Ετικέτες

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Άμεση Κυβέρνηση ίσων πολιτών




Η Εκκλησία του Δήμου

Αφιέρωμα στην αθηναϊκή δημοκρατία


τουΜιχαήλ Σακελλαρίου


Η αθηναϊκή δημοκρατία γεννήθηκε το 508 π.Χ. μέσα στο πλαίσιο πολιτειακής μεταρρύθμισης που πρότεινε ο Κλεισθένης. Μία από τις διατάξεις της έδωσε στο «Δήμο» (συνέλευση των πολιτών), στον οποίο μετείχαν και οι άποροι, το δικαίωμα να αποφασίζει κυριαρχικά και τελεσίδικα περί όλων των δημοσίων υποθέσεων. Με αυτή τη διάταξη θεσπίστηκε η λαϊκή κυριαρχία, που είναι το θεμέλιο της δημοκρατίας. Συγχρόνως έγιναν δεκτοί στο σώμα των πολιτών απόγονοι παλαιών μεταναστών που ζούσαν στην Αττική από πολλές γενεές και πάρθηκαν μέτρα ώστε να μην υπάρχουν πια ενδείξεις διακρίσεων μεταξύ ευγενών και μη ευγενών και μεταξύ παλαιών και νέων Αθηναίων. Οι άποροι πολίτες απέκτησαν επίσης δικαίωμα να αναδεικνύονται μέλη της «Βουλής», η οποία είχε έργο την επεξεργασία των νομοσχεδίων που ενέκρινε ο «Δήμος». Ωστόσο, διατηρήθηκαν μερικές ανισότητες μεταξύ των πολιτών, καθώς μόνον οι ευγενείς και πλούσιοι «πεντακοσιομέδιμνοι» μπορούσαν να αναδεικνύονται «άρχοντες».


Οι ανισότητες που άφησε ο Κλεισθένης σταδιακά απαλείφθηκαν. Οι «ιππείς» ήταν οι πρώτοι που απέκτησαν το δικαίωμα να κατέχουν τα αξιώματα των «αρχόντων»


Ο Κλεισθένης

Οι ανισότητες που άφησε ο Κλεισθένης απορρο­φήθηκαν στη συνέχεια με διαδοχικές αποφάσεις του «Δήμου». Τα αξιώματα των «αρχόντων», πλην των «Στρατηγών» και μερικών άλλων «αρχόντων» με οικονομικές αρμοδιότητες, έγιναν Βαθμιαία προ­σιτά στους «τριακοσιομεδίμνους» ή «ιππείς» (487 π.Χ.), στους «Ζευγίτες» (458 π.Χ.) και, τέλος, στους «θήτες» (μετά το 450 π.Χ.). Με άλλες αποφάσεις ίου «Δήμου» η ανάδειξη «βουλευτών» και «αρχόντων», πλην των «Στρατηγών» και λίγων άλλων, έπαψε να γίνεται με εκλογές: αφού δοκιμάστηκαν διάφορα μικτά συστήματα κληρώσεων και εκλογών, τελικά επικράτησε η καθαρή κλήρωση.


Παράλληλα καθιερώθηκαν «μισθοί», δηλαδή η­μερήσιες αποζημιώσεις ίσες με ημερομίσθιο ανει­δίκευτου εργάτη, για τους πολίτες που ασκούσαν κα­θήκοντα «βουλευτή» ή «άρχοντα», καθώς και για τους πολίτες που κληρώνονταν μέλη λαϊκών δικα­στηρίων. Οι «μισθοί» ενθάρρυναν τους άπορους πο­λίτες να μην αυτοαποκλείονται από τη συμμετοχή τους στα κοινά.


Το 462 π.Χ. οι ριζοσπαστικοί δημοκρατικοί αφαί­ρεσαν από τον «Άρειο Πάγο», σώμα που είχε ακόμη τη δυνατότητα, χάρη στο κύρος του, να αντιδρά στις μεταρρυθμίσεις, όλες τις αρμοδιότητες που είχαν πολιτικό βάρος και τις μετέφεραν άλλες στο «Δή­μο», άλλες στη «Βουλή», άλλες στα λαϊκά δικα­στήρια. Τα λαϊκά δικαστήρια διαδέχθηκαν την «Ηλιαία» που είχε ιδρύσει ο Σόλων. Η σολώνεια «Ηλιαία» ήταν ουσιαστικά ο «Δήμος» που συνερ­χόταν, με συμμετοχή τουλάχιστον 6.000 πολιτών, για να εκδικάσει εφέσεις πολιτών εναντίον δικαστικών αποφάσεων «αρχόντων». Η νέα «Ηλιαία» αποτελεί­ται από 6.000 Αθηναίους άνω των 30 ετών, που έχουν ληφθεί με κλήρο κατ έχουν δώσει όρκο ως προς την τήρηση των δικαστικών αρμοδιοτήτων τους. Από αυτούς λαμβάνονται τα μέλη των λαϊκών δι­καστηρίων, που λέγονται απλώς «Δικαστήρια».


Σε όσους κατείχαν αξιώματα δίνονταν «μισθοί». Έτσι μπορούσαν και οι άποροι πολίτες να συμμετέχουν στα κοινά


Οι μετακλεισθένειες εξελίξεις, πολύ σημαντικές για την εμπέδωση και εμβάθυνση της δημοκρα­τίας, περατώθηκαν λοιπόν λίγο μετά το 450 π.Χ. Από τότε και έως το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, το 404 π.Χ., δοκιμάστηκαν οι δυνατότητες, οι αρετές κατ οι αδυναμίες του ριζοσπαστικού δη­μοκρατικού πολιτεύματος. Ο ριζοσπαστικός δημο­κρατικός ηγέτης Περικλής κατορθώνει να επιβάλλεται στο λαό. Μετά το θάνατο του, και ενώ η Αθή­να έχει εμπλακεί στον Πελοποννησιακό πόλεμο, τα λαϊκά στρώματα άγονται κατ φέρονται από δημαγω­γούς που τα ωθούν να πιστεύουν ότι, αφού ο «Δή­μος» δικαιούται να αποφασίζει κυριαρχικά περί πά­ντων, μπορεί κατ να παραβιάζει τους νόμους. Παρά ταύτα, συνειδητοποιούνται τα προβλήματα που προ­κύπτουν από νόμους με αντίθετες διατάξεις και λαμβάνεται ένα θεραπευτικό μέτρο, η «γραφή πα­ρανόμων», δηλαδή μία αγωγή ακυρώσεως νέου νό­μου που συγκρούεται με παλαιό. Γρήγορα όμως α­νακαλύπτεται ότι αυτό το μέτρο εμποδίζει και χρή­σιμες νομοθετικές βελτιώσεις.


Ηττημένη του Πελοποννησιακού πολέμου, η Αθή­να υποχρεώθηκε από τους νικητές της να δεχθεί έ­να τυραννικό καθεστώς, που δεν μπόρεσε να ριζώσει (404-403 π.Χ.). Η δημοκρατία αποκαταστάθηκε μέσα σε οικονομικές δυσχέρειες, αλλά με ένα νέο δυναμισμό. Οι δημοκρατικές δυνάμεις αναδύθηκαν με αυτοπεποίθηση και αρκετή ευρετικότητα, ενώ οι αντιδημοκρατικές δεν σήκωσαν πια κεφάλι.


Υπέρ της δημοκρατίας ήταν μικροϊδιοκτήτες και ακτήμονες.


Εναντίον, αριστοκράτες και ιδιοκτήτες γαιών και δούλων



Μεταξύ των πρώτων νομοθετημάτων της νέας επο­χής ήταν η ημερήσια αποζημίωση για τους πολίτες που θα μετείχαν σε «εκκλησία του Δήμου», μία βελτιωμένη μέθοδος διαχείρισης των δημοσίων εσόδων και εσόδων και η διαδικασία τακτικής ετήσιας ανα­θεώρησης του σώματος των νόμων. Το πρώτο μέτρο απέβλεπε στο να προσελκύονται στις «εκκλησίες του Δήμου» ακόμη περισσότεροι φτωχοί πολίτες, ώστε να εξασφαλίζεται σταθερά η πλειοψηφία ίων α­κράδαντα ακραίων δημοκρατικών πολιτών. Με το δεύτερο μέτρο ο «Δήμος» παραιτήθηκε από το δι­καίωμα που είχε επιφυλάξει στον εαυτό του να αποφασίζει ο ίδιος για κάθε δαπάνη και επέτρεψε στους «άρχοντες» με οικονομικές αρμοδιότητες να καταρτίζουν και να εκτελούν ειδικούς προϋπολογισμούς. Το τρίτο μέτρο πέτυχε τη μη εφαρμογή της «γραφής πα­ρανόμων» σε περιπτώσεις όπου αυτό το μέτρο ήταν χρήσιμο και, κατά συνέπεια, την κατάργηση νόμων απαρχαιωμένων ή επιβλαβών. Αργότερα καθιερώ­θηκε και μία μέθοδος άμεσης αντικατάστασης ενός νομού με νέο. Επί πλέον τούτων, ο «Δήμος» επέβαλε στον εαυτό του αυστηρότερες προδιαγραφές στη Λήψη αποφάσεων του.


Η αθηναϊκή δημοκρατία αποδείχθηκε αρκετά δη­μιουργική έως το τέλος της που επήλθε όχι από εσω­τερικούς λόγους, αλλά από εξωτερικούς, το 322 π.Χ.


Οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες


Η αθηναϊκή δημοκρατία γεννήθηκε και λειτούρ­γησε μέσα σε οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες τελείως διαφορετικές α­πό εκείνες που εξέθρεψαν τη νέα δημοκρατία.


Η οικονομία της αρχαιότητας ήταν προβιομηχα­νική και δουλοκτητική. Ακόμη και η αθηναϊκή οι­κονομία, που ήταν mo προχωρημένη από την οικονομία άλλων ελληνικών πόλεων, ήταν βασικά α­γροτική. Περισσότερα από τα δύο τρίτα του πληθυ­σμοί; αποζούσαν από το μέρος του εθνικού πλούτου που παραγόταν στην ύπαιθρο.


Οι κοινωνικές δυνάμεις που επέβαλαν, στή­ριξαν και εξέλιξαν τη δημοκρατία, αποτε­λούνταν από ιδιοκτήτες μικρών αγροτι­κών κλήρων και από ακτήμονες, συγκε­ντρωμένους στην Αθήνα και στον Πειραιά, που επιβίωναν είτε αυτοαπασχολούμενοι, ως μικρέμποροι και μικροεπαγγελματίες, είτε εκμισθώνο­ντας την εργατική δύναμη τους. Μερικοί από τους μικρεμπόρους και τους μικροεπαγγελματίες μεγά­λωσαν τις επιχειρήσεις τους, όχι όμως σημαντικά, τόσο μάλλον που ξεπεράστηκαν από μετοίκους. Πράγματι, οι ιδιοκτήτες των πιο μεγάλων βιοτεχνι­κών επιχειρήσεων, με δεκάδες δούλους, ανήκαν σε μετοίκους. Οι πιο σημαντικοί τραπεζίτες ήσαν απε­λεύθεροι δούλοι που εξομοιώνονταν με μετοίκους. Οι μέτοικοι όμως δεν μετείχαν στο δημόσιο Βίο, έτσι δεν επηρέαζαν τις πολιτικές εξελίξεις. Οι κοινωνι­κές δυνάμεις που αντιστέκονταν στις δημοκρατικές προόδους ήσαν αριστοκράτες, ιδιοκτήτες γαιών και δούλων, τους οποίους ενοικίαζαν.


Το αθηναϊκό κράτος ήταν τύπου πόλεως, του πιο διαδεδομένου; και του πιο εξελιγμένου στον ελλη­νικό κόσμο. Τα κράτη ανιόν τον τύπου είχαν ως αν­θρώπινη βάση τους μια κοινότητα με πολιτιστική συνοχή και ενδοστρέφεια. μικρό πληθυσμό και περιορισμένο έδαφος.


Η Αρχαία Αγορά της Αθήνας

Το αθηναϊκό κράτος, μολονότι ήταν το πολυπληθέ­στερο ελληνικό (μαζί με το κράτος των Συρακουσών), έφθασε να έχει, το 431 π.Χ., το πολύ πολύ, 318.000 κα­τοίκους (165.000 Αθηναίους, 33.000 μετοίκους. 120.000 δούλους). Κατά τα μέσα του 4ου αιώνα είχε πληθυ­σμό της τάξης των 250.000 (93.000 Αθηναίους, 20.000 μετοίκους). Οι Αθηναίοι πολίτες, δηλαδή οι ενήλι­κοι άρρενες της πολιάδας κοινότητας, ήσαν περίπου 45.000 το 431 π.Χ., 31.000 το 322 π.Χ. Το μικρό μέγεθος του πολιτικού σώματος και οι μικρές αποστάσεις επέτρεψαν στην αθηναϊκή δημοκρατία να γίνει και να μείνει άμεση και όχι αντιπροσωπευτική.



Τα ποσοστά των οικονομικών τάξεων μέσα στο σύνολο των πολιτών υπολογίζονται ως εξής: Αυτοα­πασχολούμενοι και ημερομίσθιοι: τον 5ο αιώνα 50-55%, τον 4ον αιώνα από 60 έως 70%. Μεσαία στρώ­ματα: τον 5ο αιώνα 40-45%, τον 4ο αιώνα 24-26%. Ανώτερα στρώματα: 5%. Έτσι εξηγείται η επικράτη­ση των ακραίων δημοκρατικών στις ψηφοφορίες και χειροτονίες στις «εκκλησίες του Δήμου» και στις ψηφοφορίες στα ηλιαστικά Δικαστήρια.


Οι φτωχότεροι Αθηναίοι τρέφονταν με χυλό (από κριθάρι ή στάρι), όσπρια, ελιές, κρεμμύδια, σκόρδα, χόρτα, ξερά σύκα, λίγες ζωικές πρωτεΐνες (αλλαντικά, ξερά ή παστά ψάρια, σπανίως κρέας και φρέσκα ψά­ρια), λάδι, κρασί και ενδύονταν πενιχρά. Παρά ταύτα δεν αντιδρούσαν στη συμμετοχή μετοίκων και δούλων στην αγορά εργασίας. Άλλωστε οι ίδιοι άφηναν χώρο σ’ αυτές τις κατηγορίες εργαζόμενων, προτιμώντας να εισπράττουν τις αποζημιώσεις από ανάληψη κρατικών λειτουργημάτων και συμμετοχή στις «εκκλησίες του Δήμου», καθώς και να λαμβάνουν γεωργικούς κλή­ρους σε εδάφη της αθηναϊκής ηγεμονίας.


Οι φτωχότεροι μεταξύ των Αθηναίων πολιτών ε­πιδίωξαν και πέτυχαν την πολιτική εξίσωση τους, δεν απαίτησαν όμως και οικονομική ισότητα. Αντί γι’ αυτήν σταθερά προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν εισοδήματα από το κρατικό ταμείο και γεωργική α­ποκατάσταση σε ξένα εδάφη. Για τούτο ψήφίζαν υ­πέρ πολέμων για την επέκταση του ζωτικού χώρου της Αθήνας και υπέρ της οικονομικής εκμετάλλευ­σης των συμμάχων.


Οι μέτοικοι δεν μπορούσαν να αποκτήσουν περιουσία, ενώ ορισμένοι δούλοι να έχουν χρηματική περιουσία



Η κατάσταση των μέσων παραγωγής, που ίσχυε στον ελληνικό κόσμο κατά το κρίσιμο χρονικό διά­στημα, σαφώς εμπόδισε την αθηναϊκή δημοκρατία να καταργήσει τη δουλεία. Πράγματι, με τις τότε τε­χνολογικές συνθήκες, καμιά κοινωνία δεν μπορού­σε να μη χρησιμοποιεί δούλους στην παραγωγική διαδικασία.



Αθηναϊκή και νεότερη δημοκρατία



Οι θεσμοί της αθηναϊκής δημοκρατίας εν μέρει μοιάζουν με τους θεσμούς της νεότερης δημοκρα­τίας, εν μέρει διαφέρουν από αυτούς.


Κοινά γνωρίσματα της αθηναϊκής δημοκρατίας κατ των νεοτέρων δημοκρατιών είναι (1) η λαϊκή κυριαρχία, (2) η απόλυτη ισότητα των πολιτών. (3) η ανεξαρτησία των δικαστικών αρχών.



Οι διαφορές τους προκύπτουν από το γεγονός ότι η αθηναϊκή δημοκρατία αλλού ήταν mo προωθη­μένη από τη σημερινή και αλλού υστέρησε σε σύ­γκριση με αυτή:



Η αθηναϊκή δημοκρατία εφάρμοσε τη λαϊκή κυ­ριαρχία όχι δι’ αντιπροσώπων, αλλά άμεσα: ήταν όχι κυβέρνηση από το λαό για το λαό, αλλά κυβέρ­νηση του λαού για το λαό. Το κράτος δεν διακρινόταν από τους πολίτες, αλλά ταυτιζόταν με αυτούς, καθώς αυτοί νομοθετούσαν, κυβερνούσαν και δίκαζαν. Οι πολίτες δεν ήσαν μόνον ίσοι, αλλά και εί­χαν ίσες ευκαιρίες προκειμένου να ασκήσουν τα δι­καιώματα τους. Έτσι συμμετείχαν στα κοινά ενεργώς και ήσαν πλήρως ενήμεροι για όλες τις δημόσιες υποθέσεις. Οι πολιτικοί αγώνες διεξάγονταν από τους ίδιους μέσα στο «Δήμο».


Αντίστροφα, η αθηναϊκή δημοκρατία δεν κατάρ­γησε τη δουλεία, δεν εξίσωσε τις γυναίκες με τους άνδρες και υπήρξε πολύ φειδωλή στην παροχή πο­λιτικών δικαιωμάτων σε μετοίκους. Πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη κατ τα εξής: 1) Μία από τις σπου­δαίες νεότερες δημοκρατίες άργησε πολλές δεκαε­τίες να καταργήσει τη δουλεία, οι πιο προχωρημέ­νες νέες δημοκρατίες εξίσωσαν τις γυναίκες κατά τις δεκαετίες του μεσοπολέμου κατ μετά το Λεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και ότι η πολιτογράφηση μεταναστών δεν γίνεται εύκολα ούτε και σήμερα. 2) Η α­θηναϊκή δημοκρατία δέχθηκε στο έδαφος της πλήθη μετοίκων και τους έδωσε κάθε ελευθερία για να ασκούν τις δικές τους λατρείες και να τηρούν τα έθιμά τους μαζί με το δικαίωμα να ασκούν οποιαδή­ποτε οικονομική δραστηριότητα και να πλουτούν, ε­κτός του να αποκτούν ακίνητη περιουσία. Μέτοικοι έγιναν ισχυρότεροι από Αθηναίους σε ορισμένους παραγωγικούς τομείς. Οι ημερομίσθιοι μέτοικοι α­μείβονταν ίσα με τους Αθηναίους. Αναφορικά με τους δούλους, πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση των δούλων βελτιώθηκε στη δημοκρατική Αθήνα, εκτός εκείνων που εργάζονταν στα λατομεία και στα μεταλλεία. Δημιουργήθηκε κατηγορία δούλων που είχαν δικαίωμα να σχηματίσουν μικρή χρηματική περιουσία και να ντύνονται όπως οι ελεύθεροι. Ποινικοποιήθηκαν ως υβριστικές, ορισμένες σωματικές βλάβες δούλων από τους κυρίους τους.


Η ΔΟΜΗ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ


Η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών δημιουργήθηκε κατά τους νεότερους χρόνους. Η αρχαία δημοκρατία δεν χρειάστηκε να την εφεύρει, επειδή η συγκέντρωση όλων των εξουσιών σ’ ένα μόνο όργανο του κράτους, το «Δήμο», δεν καταπίεζε τον πολίτη, δεδομένου ότι οι πολίτες ήταν το κράτος, όταν ελάμβαναν πο­λιτικές ή διοικητικές αποφάσεις σε μια «εκκλησία του Δήμου» ή δίκαζαν ως μέλη ενός ηλιαστικού δι­καστηρίου.


Ο «Δήμος» ήταν ο Νομοθέτης, η Κυβέρνηση και το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι πολίτες τον αντιλαμβά­νονταν ως μονάρχη.


Οι περισσότερες υποθέσεις δικάζονταν από ηλιαστικά δικαστήρια που αντιπροσώπευαν το «Δήμο».


Ένα αντιπροσωπευτικό σώμα των πολιτών, η «Βουλή», που είχε 500 κληρωτά μέλη, βοηθούσε το «Δήμο». Επεξεργαζόταν τα νομοσχέδια και είχε τον κύριο ρόλο στη διοίκηση του κράτους. Επό­πτευε και συντόνιζε τους «άρχοντες», είχε όμως και μερικούς δικούς της τομείς δράσεως, ιδίως τον το­μέα των ναυτικών εξοπλισμών.



Οι «άρχοντες» δεν ήρχαν. Ο «Δήμος» δεν είχε ε­μπιστοσύνη στους πολίτες που καταλάμβαναν κά­ποιο αξίωμα: τους έβλεπε ως δυνάμει τυράννους. Σοφίστηκε πλείστα όσα μέτρα για να τους κάνει α­κίνδυνους. Αφαίρεσε εξουσίες από τους «άρχο­ντες» που κληρονόμησε από το προηγούμενο πο­λίτευμα: τον «Άρχοντα», τον «Πολέμαρχο», το «Βα­σιλέα» και τους έξι «θεσμοθέτες». Αντικατέστησε την εκλογή ως μέσον αναδείξεως «αρχόντων» και «βουλευτών» με την κλήρωση. Ίδρυσε πλήθος νέ­ων αρχών, με δεκάδες μέλη στις περισσότερες. Τον 4ο αιώνα π.Χ. υπήρχαν στην Αθήνα 700 «άρχο­ντες». Τα μέλη των πολυμελών αρχών ήσαν ισοδύ­ναμα και συνυπεύθυνα. Κάθε αρχή είχε ένα ελάχι­στο μέρος από τις εκτελεστικές αρμοδιότητες και καμία πραγματική εξουσία. Οι «άρχοντες» ελέγχο­νταν συνεχώς από το «Δήμο», τη «Βουλή» και τους πολίτες και λογοδοτούσαν στο τέλος της ετήσιας θη­τείας τους. Ο έλεγχος του «Δήμου» και η καχυπο­ψία των πολιτών βάραινε πιο πολύ επί των λίγων «αρχόντων» που δεν κληρώνονταν, αλλά εκλέγο­νταν και επανεκλέγονταν χωρίς περιορισμό: των «Στρατηγών». Πολλοί «Στρατηγοί» δικάστηκαν από το «Δήμο» ή από ηλιαστικό δικαστήριο. Όχι λίγοι καταδικάστηκαν σε θάνατο ή άλλες βαριές ποινές. Κεντρικό και μόνιμο όργανο του αριστοκρατικού πολιτεύματος, ο «Άρειος Πάγος», αποδυναμώθηκε πρώτα από τον Σόλωνα, το 593 π.Χ., επί δημοκρα­τίας από τον Εφιάλτη και τον Περικλή, το 462 π.Χ., που του άφησαν μόνον την εκδίκαση των ανθρωπο­κτονιών εκ προμελέτης, των εμπρησμών, δηλητη­ριάσεων και πράξεων ασεβείας. Από τις τάξεις των Αρεοπαγιτών, που ήσαν όλοι όσοι είχαν διατελέσει «εννέα άρχοντες», λαμβάνονταν οι 51 «Εφέται» που εκδίκαζαν αθέλητες ανθρωποκτονίες πολιτών και όλες ας ανθρωποκτονίες μετοίκων, παρεπιδημούντων, δούλων.


Πώς λειτουργούσε η αθηναϊκή δημοκρατία. Η νομοθεσία


Στη νομοθεσία ελάμβαναν μέρος: κάθε πολίτης, ο «Δήμος» και η «Βουλή». Κάθε πολίτης είχε δικαί­ωμα να κάμει πρόταση «ψηφίσματος», ο «Δήμος» παρέπεμπε το σχέδιο του «ψηφίσματος» στη «Βου­λή», η «Βουλή» εξέταζε το σχέδιο από άποψη νο­μιμότητας, το διατύπωνε νομοτεχνικά και το επέ­στρεφε στο «Δήμο». Ο «Δήμος» αποφάσιζε με ψη­φοφορία ή με χειροτονία. Τα «ψηφίσματα» ρύθμιζαν υποθέσεις άνισης σημασίας: πράγματι, ισοδυ­ναμούν άλλα με δικές μας τροποποιήσεις Συντάγματος, άλλα με δικούς μας οργανικούς νόμους, άλ­λα με δικούς μας κοινούς νόμους, άλλα με δικά μας διατάγματα, άλλα με δικές μας υπουργικές αποφά­σεις. Η χρήση του όρου «ψήφισμα» για όλες τις α­ποφάσεις του «Δήμου», ανεξαρτήτως σημασίας, προκαλούσε για αρκετό καιρό σύγχυση, έως ότου συνειδητοποιήθηκε η ανάγκη να διακριθούν μετα­ξύ των «ψηφισμάτων» εκείνα που είχαν ευρύτερο και διαρκέστερο αντικείμενο. Αυτά ονομάστηκαν «νόμοι», όπως ονομάζονταν παλαιότερα οι νομοθε­τικές ρυθμίσεις συντακτικού περιεχομένου του Δράκοντα, του Σόλωνα, του Κλεισθένη. Έπειτα κα­θιερώθηκε ειδική αγωγή κυρώσεως «ψηφισμάτων» που έρχονταν σε σύγκρουση με «νόμους», η «γρα­φή παρανόμων». Αυτή όμως η αγωγή δεν περιοριζόταν μόνον στην ακύρωση ενός «ψηφίσματος»: συ­νεπαγόταν επίσης Βαρύτατες κυρώσεις εναντίον του πολίτη που εισηγήθηκε το πάσχον «ψήφισμα», κα­θώς και εναντίον του προέδρου της «εκκλησίας του Δήμου», αν άφησε να διαπραχθεί κάποια Οικονομι­κή παρατυπία. Έτσι, έγινε επικίνδυνη ακόμη και μία πρόταση να αλλάξει ένας παλαιός «νόμος» που κρινόταν γενικά απαρχαιωμένος ή Βλαβερός.


Η Βουλή των 500

Για να αδρανοποιήσουν τη «γραφή παρανόμων» σε περιπτώσεις που εμπόδιζε την εκκαθάριση του σώματος των νόμων ή την κατάργηση άχρηστων ή Βλαβερών νόμων και εν γένει την εξέλιξη της νομοθεσίας, οι Αθηναίοι εφάρμοσαν τις ακόλουθες μεθόδους. Πρώτα, μεταξύ του 410 και του 403 π.Χ., ανέθεσαν σ’ επιτροπές πολιτών που κληρώθηκαν μεταξύ των «ηλιαστών» και στη «Βουλή» να εκκα­θαρίσουν το σώμα των έως τότε ισχυόντων «νόμων» που προέρχονταν είτε από τον Δράκοντα, τον Σό­λωνα και τον Κλεισθένη είτε από μετακλεισθένεια «ψηφίσματα». Στην αρχή του 4ου αιώνα καθιερώ­θηκε μια διαδικασία τακτικής εκκαθαρίσεως «νό­μων», που επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο, στην αρ­χή του πολιτικού έτους. «Εκκλησία του Δήμου» με συμμετοχή τουλάχιστον 6.000 πολιτών αποφαινόταν χωριστά για τον καθένα από τους υπό κρίση «νό­μους», εάν έπρεπε να διατηρηθεί ή να τροποποιη­θεί. Στη συνέχεια, κάθε πολίτης που είχε σχετική γνώμη τη διατύπωνε γραπτά σε σανίδα που αναρτιόταν σε πολυσύχναστο μέρος της πόλεως. Το θέμα επαναφερόταν σ’ επόμενη «εκκλησία του Δήμου», για να αποφασίσει αυτή εάν θα το παρέπεμπε ή ό­χι στην αναθεωρητική επιτροπή «Νομοθετών». Εάν αυτή η «εκκλησία του Δήμου» αποφάσιζε καταφα­τικά, κληρώνονταν 501 ή 1.001 «Νομοθέται» μετα­ξύ των «ηλιαστών». Οι «Νομοθέται» αποφάσιζαν, α­φού ελάμβαναν υπόψη τις γραπτές προτάσεις που είχαν κάμει οι πολίτες υπέρ της διατηρήσεως ή υ­πέρ της αναθεωρήσεως κάθε υπό κρίση «νόμου» και άκουγαν τους υπερασπιστές των κρινόμενων «νό­μων» που είχε ορίσει η «Εκκλησία του Δήμου». Πε­ρί τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. καθιερώθηκε ακόμη μία διαδικασία καταργήσεως ή αναθεωρήσεως ή α­ντικαταστάσεως ενός συγκεκριμένου «νόμου» οπο­τεδήποτε έκανε σχετική εισήγηση ένας πολίτης μιλώντας σ’ «εκκλησία του Δήμου». Αυτή, αν ενέκρι­νε το νομοσχέδιο του πολίτη, το παρέπεμπε σε «Νο­μοθέτες» που κληρώνονταν για τη συγκεκριμένη υ­πόθεση. Εκείνοι, είτε ενέκριναν χωρίς τροπολογίες το νομοσχέδιο είτε το απέρριπταν.


Η διοίκηση


Στη διοίκηση εμπλέκονταν ο «Δήμος», η «Βου­λή» και οι πολυάριθμοι «άρχοντες». Η εκτελεστική εξουσία ανήκε στο «Δήμο», η «Βουλή» και οι «άρ­χοντες» ήσαν εκτελεστικά όργανα των αποφάσεων του «Δήμου», που ήταν και νομοθέτης και κυβερ­νήτης. Από την αρχή της δημοκρατίας και για πο­λύ καιρό, ο «Δήμος» εννοούσε να εκδίδει «ψηφί-ματα» για υποθέσεις εκτελεστικής και διοικητικής φύσεως, προκαλώντας προβλήματα, καθώς οι μεν δημοκρατικές εξελίξεις σε βάθος και σε πλάτος δι­εύρυναν το πεδίον της διοικήσεως, αύξαναν και ενέτειναν τις διοικητικές λειτουργίες, οι δε «άρχο­ντες» αποδυναμώνονταν. Βαθμιαία ο «Δήμος» περιόρισε το πεδίο της αναμίξεως του σε διοικητικές πράξεις, διατήρησε όμως αμείωτη την τάση του να ακούει ο ίδιος τους ξένους πρέσβεις και, το χειρό­τερο, να αποφασίζει τα επίπεδα των επιστρατεύσε­ων κατ των πολεμικών δαπανών και, ακόμη, να δι­ευθύνει στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η καχυποψία του «Δήμου» για τους «άρχοντες» τον εμπόδιζε να δημιουργήσει ιεραρχία μεταξύ των «Στρατηγών» και μεταξύ των οικονομικών «αρχόντων». Μόνο σε στιγμές οικονομικής δυσπραγίας δημιουργήθηκε, για πρώτη φορά, το 354 π.Χ., οικονομική αρχή, μο­νομελής, αιρετή και με τετραετή θητεία, η οποία συντόνισε με επιτυχία τις λοιπές οικονομικές αρ­χές, κληρωτές, πολυμελείς και ετήσιες, και δημι­ούργησε περισσεύματα. Παρά την επιτυχία της, αυ­τή η αρχή καταργήθηκε μετά τη δεύτερη τετραετία της. Το 338 ή το 334 π.Χ., υπό το βάρος της ήττας στη Χαιρώνεια, οι Αθηναίοι προχώρησαν στην ί­δρυση κεντρικής οικονομικής αρχής, που επίσης είχε επιτυχία.


Τα μέλη των αθηναϊκών δικαστηρίων δεν είχαν ειδική μόρφωση. Γνώριζαν, όμως, καλά τους νόμους, αφού αυτοί νομοθετούσαν.



Η δικαιοσύνη


Ψήφοι εξοστρακισμών

Όργανα με αρμοδιότητες δικαστηρίων ήσαν ο «Δήμος», τα ηλιαστικά δικαστήρια, που ήταν απορ­ροή και σύνοψη του «Δήμου», η «Βουλή», ο «Άρειος Πάγος», οι «Εφέται» και μερικοί ετήσιοι κληρω­τοί «άρχοντες», με πρώτους τους «Ένδεκα». Στην περίπτωση του «Δήμου» η δικαστική του εξουσία συνέπιπτε με τη νομοθετική του και την εκτελεστική του. Αλλά ο «Δήμος» πολύ σπάνια άσκησε τις δικαστικές δικαιοδοσίες του τον 5ον αιώνα και κα­θόλου τον 4ο. Όλα τα άλλα δικαστήρια ήταν αυτό­νομα και κυρίαρχα. Μάλιστα τα ηλιαστικά, ο «Άρειος Πάγος», οι «Εφέται» και, εν μέρει, οι «Ένδεκα», εξέδιδαν μη εφέσιμες αποφάσεις. Το α­ντίθετο ίσχυε για τις δικαστικές αποφάσεις της «Βουλής» και των δικαστηρίων των «αρχόντων». Ο «Δήμος», τα ηλιαστικά δικαστήρια, ο «Άρειος Πά­γος», οι «Εφέται», οι «Ένδεκα» μπορούσαν να επι­βάλουν ποινές θανάτου, δημεύσεως περιουσίας, ε­ξορίας, στερήσεως πολιτικών δικαιωμάτων, ενώ τα άλλα δικαστήρια, ακόμη και η «Βουλή» δεν μπο­ρούσαν να επιβάλουν παρά χρηματικά πρόστιμα.


Κανένα μέλος κανενός αθηναϊκού δικαστηρίου δεν είχε ειδική μόρφωση. «Ηλιασταί», «Αρεοπαγίται», «Εφέται» ήσαν κοινοί πολίτες. Παρά ταύτα, γνώριζαν καλά τους νόμους, αφού οι ίδιοι τους νο­μοθετούσαν στο «Δήμο» κατ τους εφάρμοζαν στα δικαστήρια. Από την άλλη μεριά όμως παρασύρο­νταν από τις ατομικές πολιτικές τάσεις τους και τις ψυχολογικές παρορμήσεις.


Οι προδικαστικές και δικαστικές διαδικασίες ή­σαν απλές, αλλά και απλοϊκές, όταν θεωρούνται εκ των υστέρων, και μάλιστα από τη δική μας οπτική γωνία. Ωστόσο υπήρχαν νόμοι που καθιέρωναν όλες τις δικές μας αρχές περί δικαιωμάτων του κατηγο­ρουμένου ή εναγομένου.



Απο το εξαιρετικό αφιέρωμα της σειράς Ιστορικά – ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, τ25 , 06 – 04 – 2000

Πηγή: http://thalamofilakas.blogspot.gr/2011/11/blog-post.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου