Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Βουλευτής του φιλοκουρδικού κόμματος: «Από σήμερα πλέον, κουρδική άνοιξη»





Παντού υφίσταται ήττες η Τουρκία, στο Αιγαίο όμως «αλωνίζει»
Ο βουλευτής της πόλης Βαν του κόμματος BDP Οζντάλ Ουτσέρ μιλώντας σε διαδήλωση που οργανώθηκε για την απελευθέρωση του Αμπντουλλάχ Οτζαλάν δήλωσε πως: «Όλοι θα αναγνωρίσουν την αυτονομία που ανακηρύχθηκε στο Κουρδιστάν της Συρίας».
Ο βουλευτής της πόλης Βαν του κόμματος BDP Οζντάλ Ουτσέρ, ο αντιδήμαρχος της πόλης Βαν Σαμπρί Άμπι, ο πρόεδρος της τοπικής οργάνωσης του BDP και περίπου 500 άτομα μετείχαν σε πορεία που οργάνωσε ο Σύλλογος Συγγενών Φυλακισμένων (TUYAD-DER), ζητώντας την απελευθέρωση του Αμπντουλλάχ Οτζαλάν. Το πλήθος συγκεντρώθηκε μπροστά στα γραφεία του BDP από όπου άρχισαν πορεία από την λεωφόρο Δημοκρατίας. Αυτοί που μετείχαν στην πορεία φώναζαν συνθήματα όπως ¨Ζήτω ο πρόεδρος Οτζαλάν¨ και ¨Το Κουρδιστάν θα γίνει ο τάφος του φασισμού¨. Στο τέλος της πορείας έκανε μια ομιλία ο βουλευτής του κόμματος BDP Οζντάλ Ουτσέρ.


Ένα «μάλλον» γεννά πολλά ερωτήματα




Εάν η ζωή του προσωπικού της ρωσικής βάσης στο Ταρτούς τεθεί σε κίνδυνο οι μονάδες του ρωσικού στόλου πλησίον της Συρίας θα κληθούν «μάλλον να εκκενώσουν» τις εγκαταστάσεις. Τάδε έφη ο αρχηγός του Ναυτικού της χώρας αντιναύαρχος Βίκτωρ Τσιρκόφ. Όπως ανέφερε και ο ίδιος ο αντιναύαρχος η λέξη «μάλλον» έχει να κάνει με το ζήτημα πως μία τέτοια ενέργεια του Ναυτικού θα πρέπει να έρθει απευθείας από τον πρόεδρο της χώρας Βλάντιμιρ Πούτιν.
Έτσι, ο Ρώσος ναύαρχος με τις δηλώσεις του στην ουσία παραδέχεται πως είτε δεν γνωρίζει το τι ακριβώς έχει αποφασίσει ο Β. Πούτιν για τη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε πως ο Ρώσος πρόεδρος δεν έχει αποφασίσει ακόμα, είτε στην πραγματικότητα «θολώνει τα νερά» αναφορικά με τις προθέσεις της Μόσχας για το θέμα.

Γουαχαμπιστές του Μαυροβουνίου

Γουαχαμπιστές του Μαυροβουνίου




Στη πόλη του Μαυροβουνίου Πλάβ, υπάρχουν τα τελευταία 2 έτη αρκετές αναφορές από τη τοπική Αλβανική μειονότητα για δράση Γουαχαμπιστών Μουσουλμάνων. Η ανησυχία αυτή έχει ενεργοποιήσει τα θεσμικά όργανα του Μαυροβουνίου. Σύμφωνα με τις πληροφορίες η συνεχιζόμενη δραστηριοποίηση των ατόμων αυτών συνίσταται στην ίδρυση δικό τους θρησκευτικού κέντρο και στην διεξάγωγη μυστικών συναντήσεων.

Το Υπουργείο Εσωτερικών του Μαυροβουνίου ‘εχει μάλιστα σύμφωνα με τις πληροφορίες ενεργοποιήσει ειδική μονάδα παρακολουθησής τους. Σύμφωνα με τις εκθέσεις τους που βρήκαν το φως της δημοσιότητας αναφέρεται ότι οι ομάδες αυτές  λειτουργούν καλά και είναι συνδεδεμένες με δίκτυα Βαχαμπιστών της Σερβίας, της Βοσνίας, της  FYROM, το Κοσσυφοπέδιο και την Αλβανία.
Η χρηματοδότησή τους γίνεται μέσω μιας φιλο-μουσουλμανικής οργάνωσης της Σαουδικής Αραβίας.

Διπλασιάζει τους εξοπλισμούς της η Τουρκία μέχρι το 2016…


Διπλασιάζει τους εξοπλισμούς της η Τουρκία μέχρι το 2016…




undefined
Εφιαλτικό αναμένεται να γίνει το αμυντικό πρόβλημα για την Ελλάδα τα αμέσως επόμενα χρόνια, αφού όπως ανακοίνωσαν ήδη οι Τούρκοι, σκοπεύουν να «επενδύσουν» σε εξοπλιστικές αγορές μέχρι το 2016 το ιλιγγιώδες ποσό των 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων!
Πρακτικά, αυτό ισοδυναμεί με διπλασιασμό των επενδύσεων σε οπλικά συστήματα, την ίδια ώρα που οι πάντες βρίσκονται με το δάχτυλο στη σκανδάλη για να κατηγορήσουν την Ελλάδα όταν στη δημοσιότητα έρθει το παραμικρό ζήτημα που αφορά σε κάποιο μικρό ή μεγαλύτερο εξοπλιστικό πρόγραμμα.

ΠΕΡΙ ΤΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ ΔΙΗΓΗΣΙΣ

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012


ο "Βουκεφάλας"
Γράφει ο Γεράσιμος Γ. Γερολυμάτος


Αναρωτιέμαι, αν είναι σωστό να αναφέρομαι στο όνομα αυτό, που προτιμά ο Π. Τατσόπουλος γα τον εαυτό του. Να τον αποκαλούν δηλαδή η «Ψ@λή του Βουκεφάλα»! Τώρα, γιατί του Βουκεφάλα και όχι του Μίκυ-Μάους, ή του Ντόναλντ Ντακ, δεν ξέρω να σας πω. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Ίσως έχει να κάνει με μια κρυφή του επιθυμία, κάτι σαν απωθημένο. Ωστόσο, επειδή μου φαίνεται σα να τον βρίζω χρησιμοποιώντας το όνομα αυτό, αν και ο ίδιος το προτιμά, θα αντικαταστήσω στο υπόλοιπο του άρθρου, κάθε αναφορά σε αυτό με την λέξη «Μόριο». Άλλωστε, δεν ταιριάζει και στην αισθητική μου περί λόγου, μια τέτοια έκφραση. Έτσι, ο πλήρης τίτλος θα είναι στο εξής: «Η περιπέτεια του Μορίου του Βουκεφάλα».


Για να πω την αλήθεια, έσκασα στα γέλια όταν διάβασα τη σχετική στιχομυθία σε ένα διαδικτυακό μέσο, όπου ο Τατσόπουλος έγραφε πως θέλει να τον λένε έτσι! Κυνισμός, περίεργη αίσθηση του χιούμορ, αυτοσαρκασμός; Το υλικό που προσφέρει είναι άφθονο και σπαρταριστό για ένα νυν Βο(υ)λευτή, παρακαλώ, «ιστορικό» και «συγγραφέα». Δε μπορώ να πω ότι δεν είναι γλωσσοπλάστης και δημιουργός λεκτικών σχημάτων. «Το Μόριο του Βουκεφάλα»!! Μα πως το εμπνεύστηκε αυτό ο ποιητής; Μάλλον σε στιγμές οίστρου θα ήταν!

Ο φίλος των Ελλήνων Βίκτωρ Ουγκώ...

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Ο φίλος των Ελλήνων Βίκτωρ Ουγκώ...


Επιμελείται ο Γερ. Γ. Γερολυμάτος 
 (ΑΠΕΛΛΗΣ)


Ο Κρητικός λαός στο Βίκτωρ Ουγκώ

Ομαλός (επαρχία Κυδωνίας) Κρήτη,
10 του Γεννάρη του 1867


(Η ορθογραφία είναι των πρωτότυπων κειμένων)


«Απ΄ τη γερή ψυχή σου ήρθε ένας αγέρας και στέγνωσε τα δάκρυά μας. Στα παιδιά μας είπαμε: Πέρ΄απ΄τις θάλασσες υπάρχουνε λαοί δυνατοί και γενναίοι, που θέλουνε τη δικαιοσύνη και θα σπάσουνε τις αλυσίδες μας.
Αν ίσως χαθούμε στην πάλη, αν ίσως στους πέντε δρόμους σας αφήσουμε ορφανά, να γυρίζετε στα βουνά με τις πεινασμένες μανάδες σας, αυτοί οι λαοί θα σας κάμουνε παιδιά τους και τα βάσανά σας θα τελειώσουν. Μολαταύτα, ανώφελα αγναντεύουμε κατά τη δύση. Καμιά βοήθεια δε μας πρόφτασε. Και τα παιδιά μας είπανε: Μας γελάσανε. Μα ήρθε το γράμμα σου, πολυτιμότερο για μας κι΄ απ΄ τα καλύτερα άρματα. Το γράμμα σφραγίζει το δίκαιό μας. Και ξεσηκωθήκαμε γιατί ξέραμε το δίκαιό μας αυτό.

Η Ελλάδα, είναι μεγάλος Έρωτας!

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012


Ντελακρουά: Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου
(λεπτομέρεια)

του ζωγράφου
Γεράσιμου Γ. Γερολυμάτου


Είναι αλήθεια, καθώς λένε, πως όταν χάσεις κάτι, το αγαπάς πιο πολύ. Και η αγάπη αυτή, έχει κάτι από το βάσανο της ενοχής και από τη μεταμέλεια της ψυχής, που έχασε από υπαιτιότητα της αυτό που αγαπούσε και τώρα κλαίει. Σαν τον Πέτρο, που έκλαψε πικρά το ξημέρωμα, επειδή δεν ήταν αυτό που θα έπρεπε να γίνει. Μεγάλος, αντί μικρός και γενναίος, αντί δειλός.


Κάπως έτσι, αισθάνομαι τώρα τελευταία, βλέποντας την αγάπη μου να χάνεται και να φεύγει, χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι, για να την κρατήσω. Θυμάμαι ξανά και ξανά μια φράση, που μου είχε πει κάποιος άγνωστος, πριν από χρόνια σε μια διαδήλωση, και μου είχε κάνει ωραία εντύπωση ο λόγος του: «Η Ελλάδα, είναι μεγάλος Έρωτας!». Δεν είπε, ότι η Ελλάδα είναι μια μεγάλη ιδέα, ένας προσδιορισμός ή μια χώρα. Είπε, Έρωτας, και ο Έρωτας απευθύνεται σε ένα πρόσωπο. Το πρόσωπο του ίδιου, ούτε καν το θυμάμαι πια. Ο λόγος του, όμως, έγινε από τότε αλυσίδα στην καρδιά, αφού με έδεσε με ένα πρόσωπο, που εγώ πάντα θεωρούσα πως ήταν μια ιδέα.

Απλόχερα για εκείνον, ο Έρωτας, είχε δώσει ένα πρόσωπο στο ιδανικό, στη μορφή της ιερής μάνας, ή μιας ακραφίλητης αγαπημένης. Όχι, δηλαδή, σε κάτι γενικό και αόριστο. Σε μια υψηλή ιδέα, σε μια απλή εμμονή ή σε μια θεωρητική σκέψη. Αλλά, σε μια αληθινή σχέση προς ένα πρόσωπο, που συντίθεται από όλα τα μορφοποιημένα συναισθηματικά χαρακτηριστικά του. Έτσι, βλέπει το ιδανικό του, με την λαχτάρα που ο εραστής κοιτάζει την αγάπη του και με την τόλμη, που δίνει στον υπασπιστή μιας εξαίσιας βασίλισσας, τη διάθεση να θυσιάσει για αυτήν, ακόμη και τη ζωή του.

Δεν θα ήταν υπερβολικό να σκεφτώ, πως το πρόσωπο της Ελλάδας του, θα είχε ίσως και κάποια συγκεκριμένα μορφικά χαρακτηριστικά, περιτυλιγμένη στα γαλανόλευκα πέπλα της. Η ποιητική διάθεση, είναι δικαίωμα όλων, όπως είναι, άλλωστε, ο κυνισμός και η πεζότητα. Ζωγράφοι, γλύπτες και ποιητές την φαντάστηκαν σα μια όμορφη νέα γυναίκα και της αφιέρωσαν τόμους ολόκληρους και πινακοθήκες. Ο Ντελακρουά, την είδε χλωμή και μαυρομαλλούσα, να ανασταίνεται από τον τάφο της, στα ερείπια του Μεσολογγίου και ο Βρυζάκης σαν παρθένο με καστανά μαλλιά, αείφωτη και ακτινοβολούσα. Γιατί, λοιπόν, και αυτός, να μην τη βλέπει με τα μάτια της καρδιάς του; Σαν μια όμορφη αγαπημένη; Σαν ένα μεγάλο Έρωτα;

Έκλεισα τα μάτια και ταξίδεψα πάλι, με τα φτερά της μνήμης, σε όλους τους τόπους της Ελλάδας που έχω επισκεφτεί. Ανέβηκα στα δασωμένα βουνά με τις υψηλές κορυφές τους και με τα χωριουδάκια καλυμμένα από την πρωϊνή πάχνη. Ανοίχτηκα μεσοπέλαγα με χαραγμένη ρότα, για τα σμαραγδένια ακρογιάλια και προς το αδαμάντινο διάδημα των νησιών του Αιγαίου Αρχιπελάγους. Της Ελληνικής θάλασσας, από όταν άρχισε ο χρόνος να θυμάται. Και από εκεί, με το φύσημα της τσαμπούνας να μου φουσκώνει τα πανιά, βρέθηκα στους κάμπους με τα χρυσά τους κύματα, που ορμούν μέσα στις αργυροπράσινες θηλυκές αγκάλες των ελαιώνων. Χάθηκα μέσα στις μυρωδιές, στους ήχους και στις εικόνες.

Τι είναι η Ελλάδα; Έφερα στη μνήμη, όλα τα πρόσωπα που έχω γνωρίσει. Ας ήταν και για λίγο. Τον ταβερνιάρη με την «ηλεκτρική» φωνή από την Σκύρο,  τον Βασίλη τον Κρητικό ποιμένα, στην «Ψαρί Φοράδα», την κυρά Ζωή με το ωραίο μέλι από κωνοφόρα στη Δίρφυ, και την κυρά Μαρία στην Ελαφόνησο. Πρόσωπα, πρόσωπα...Τι να γίνονται άραγε, όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Έπειτα, περπάτησα στην Κνωσό και στην Φυλακωπή της Μήλου, ανέβηκα στον Παρθενώνα και στο Άγιον Όρος, πήγα στην Ελευσίνα και στην Πέλλα, στο Μυστρά και στους Δελφούς. Μπήκα σε έρημα εξωκλήσια και άναψα μελισόκερα στο ημίφως. Θυμίασα και ευφράνθηκα. Τι είναι η Ελλάδα;

Αν την δει κανείς, σα μια όμορφη νέα, που κάποιοι τη σέρνουν στη δημοπρασία των σκλάβων, μπορεί να συγκλονισθεί. Αν, όμως, επιμένει να την βλέπει, σαν μια Εθνική Απρόσωπη Εταιρεία, σαν ΑΕΠ και σαν ανισόσκελους ισολογισμούς, τότε, πράγματι, αξίζει να τη χάσει. Χαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις...Και εμείς, λοιπόν, τη χάσαμε! Την χάσαμε, αφού, έσβησε η φωτιά που θέρμαινε τον Έρωτα μας για εκείνην. Γίναμε οι κυνικοί εκκλησιαστές του χρηματιστηρίου και οι άφρονες λάτρεις του Ευρώ. Και ως γνωστόν, τέτοιες συνήθειες εκπορνεύουν τον κάθε Έρωτα και σκοτώνουν την ψυχή. Να, γιατί, η επίγνωση αυτή, έδωσε στην αρχή του κειμένου μου, μια διάθεση λύπης και μεταμέλειας με αναφορά στον Πέτρο. Για το μεγάλο Έρωτα που χάθηκε, μέσα από τα αδρανή μας χέρια. Όπως το θάρρος χάθηκε, και από την καρδιά εκείνου, καθώς έβλεπε να σύρουν το Δάσκαλο του στον εξευτελισμό και στο θάνατο.  Τώρα, που η Ελλάδα σύρεται στο μαρτύριο, μπορούμε να γίνουμε οι θλιβεροί θεατές της Σταύρωσης και του Πάθους της. Να θυμηθούμε, ότι δεν είναι πιστός, όποιος απλά φωνάζει «Κύριε, Κύριε!», ούτε πατριώτης, όποιος δυνατά φωνάζει «Ελλάδα, Ελλάδα!».

Πόσο μας πλήγωσε η Ελλάδα και πόσο την πληγώσαμε εμείς; Η συμπεριφορά μας τώρα, μοιάζει με εκείνον, που έχοντας εκφυλισθεί και απομυθοποιήσει τον έρωτα του, τον εκδίδει αδιάφορα και την εκπορνεύει στις «αγορές» του κόσμου. Χέρια ιδρωμένα και άπληστα ψαχουλεύουν τα κάλλη της αδιάντροπα, για να κοστολογήσουν την τιμή της. Οι πολιτικοί προαγωγοί, οι συγγενείς και άλλοι, κάνουν τα στραβά μάτια, αρκεί να βρεθεί η επόμενη δόση και να έρθουν λίγα Ευρώ στο σπίτι. Έτσι, θα μπορούν να μπεκροπίνουν ανενόχλητοι, στο καπηλειό της θλίψης και της απόγνωσης, της αυτολύπησης και της εθνικής αυτοχειρίας.

Το να αγαπάς όμως τόσο πολύ στις μέρες μας, δεν είναι επιθυμητό. Τα φτηνοτράγουδα μας το θυμίζουν καθημερινά. Πόσο μάλλον, το να αγαπάς το πρόσωπο της Ελλάδας. Σε μια εποχή σχετικότητας των μεγεθών και των αναλογιών, όπου οι σχέσεις μένουν στην επιφάνεια και όπου ο καθένας ή η καθεμιά, απλά ανταλλάσσει τον εαυτό του, στα πλαίσια του συμφέροντος, το να παραμένει κανείς πιστός στον αγνό και ανιδιοτελή Έρωτα του, θεωρείται αναχρονιστικό και γραφικό. Ο αληθής φασισμός, απεχθάνεται τον Έρωτα, απέναντι σε οτιδήποτε, διότι είναι επαναστάτης και απρόβλεπτος, φύσει αναρχικός και ανατρεπτικός, για αυτό και είναι θείος.

Έτσι, ο Έρωτας είναι ανίκητος στη μάχη, όπως αισιόδοξα μας μήνυσε ο παππούς μας ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη του. Δεν νικιέται, από τον ολοκληρωτισμό κανενός Κρέοντα. Ο νόμος του έθνους, είναι υπεράνω της βούλησης ενός τυράννου, είναι, όμως, και νόμος θείος. Διότι, όπως και ο θείος νόμος, έτσι είναι και αυτός γραμμένος στα κόκκινα φύλλα της καρδιάς και όχι σε κάποια απόφαση τυράννου. Στην καρδιά, όχι μόνο ενός Έλληνα ή μιας Ελληνίδας, αλλά στις καρδιές όλων. Ώστε, δε μπορεί να νικηθεί η ίδια η φύση του ανθρώπου, ακόμη και αν γίνει αντικείμενο ψυχικών πειραμάτων. Ο Έρωτας, θα συνεχίσει πάντα να πλάθει μορφές και η Ελλάδα να αποκτά πρόσωπα, άξια να αγαπηθούν από τους εραστές της.

Φώτης Κόντογλου (1895-1965)

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012


Φ. Κόντογλου: ΙΣ.ΧΣ. Παντοκράτωρ
Το τελευταίο μνημείο του Φώτη Κόντογλου:
Ιερά Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Οινουσσών-Χίου

Επιμέλεια του Αγιογράφου
Κωστή Παντελάκη

Ο κυρ-Φώτης ο ακαταπόνητος εργάτης του λόγου και του χρωστήρα γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Κυδωνίας. Ήταν γιος του Νικολάου και της Δέσπως Αποστολέλη και το τέταρτο παιδί της οικογένειας. Από πολύ μικρός πήγε κοντά στο θείο του Ηγούμενο Στέφανο Κόντογλου στη Μονή της Αγίας Παρασκευής της Κυδωνίας όπου πήρε και το επίθετο του θείου του.

Το ψυχολογικό δεκανίκι μιας ανάπηρης «αρχαιολατρίας»-Η μειονεξία της ετερόφωτης ξενομανίας

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Το ψυχολογικό δεκανίκι μιας ανάπηρης «αρχαιολατρίας»


Έργο Ν. Εγγονόπουλου

Γράφει ο ζωγράφος
Γεράσιμος Γ. Γερολυμάτος


Σκεπτόμουν, πως όταν ήμασταν παιδιά συνηθίζαμε, μιλώντας στους υπόλοιπους φίλους της παρέας για κάποιο σημαντικό θέμα, που εν πρώτοις έμοιαζε απίστευτο, να προσθέτουμε με βεβαιότητα και την φράση: «Το διάβασα σε εκείνο το βιβλίο», ή «το είπε αυτός», επικαλούμενοι δια της αυθεντίας της πηγής μας, την αποδοχή και την εγκυρότητα των λεγομένων μας. Αναγνωρίζαμε έτσι, πως το κύρος της πηγής και του προσώπου που επικαλούμαστε θα ισχυροποιούσε την άποψη μας.


Πολύ αργότερα είδα, ότι αυτή την τακτική της διαλεκτικής, της πειθούς και της απόδειξης, δεν την χρησιμοποιούσαν μόνο οι νέοι με τον δικό τους αυθόρμητο τρόπο. Την χρησιμοποιούν και οι πολύ μεγαλύτεροι στην καθημερινή τους ζωή, και μάλιστα και οι σοφοί στα πανεπιστημιακά τους συγγράμματα. Αυτοί σε κάθε βήμα της σκέψης τους, παραπέμπουν και σε κάποια υποσημείωση με την άποψη κάποιου άλλου σοφού, συνήθως μεγαλύτερης εγκυρότητας από τους ίδιους, για να υποστηρίξουν μέσω εκείνου τα επιχειρήματα τους. Η επίκληση της αυθεντίας μιας αναγνωσμένης αξίας και εγκυρότητας βιβλιογραφίας, είναι θεμιτή και επιβεβλημένη, για τον συγγραφέα εκείνο, που κτίζει τη σκέψη του χρησιμοποιώντας με έντιμο τρόπο τις κατακτήσεις των άλλων. Ουδείς προήλθε από παρθενογένεση, καθώς η γνώση μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, όπως η σκυτάλη. Η επίκληση αυτή, τότε, έχει νόημα και σοβαρότητα, διότι δίνει την εντύπωση διεξοδικής μελέτης και γερής επιχειρηματολογίας. Ο επικαλών και ο επικαλούμενος, βρίσκονται σε μια σχέση δημιουργικής πρόσθεσης.

Τι γίνεται, όμως, όταν όλη αυτή η απόπειρα επιχειρηματολογίας εδράζεται πάνω στην κλοπή του κύρους του επικαλούμενου, δίχως ωστόσο η στάση εκείνου που επικαλείται να αποτελεί μια αξιόλογη, ούτε κατά το ελάχιστο, προσέγγιση του; Όταν ο επικαλούμενος, δηλαδή, χρησιμοποιείται μόνο ως πρόφαση, ως πρόσχημα, ως άλλοθι, ενώ στην πραγματικότητα τα πάντα κινούνται στην αντίθετη σφαίρα από αυτόν; Αυτή η επίκληση δεν αποτελεί μια υποκρισία;

Αν για παράδειγμα, κάποιος που επικαλείται τον Χριστό στις καθημερινές του κουβέντες, συλληφθεί στην μπαρμπουτιέρα, ή αν ο επικαλούμενος διαρκώς την ηθική, βρεθεί να διατρίβει στα πορνεία, δεν καταδικάζει τον εαυτό του σε αναξιοπιστία; Είναι φανερό, ότι εδώ κάτι δεν πάει καλά. Οι δύο όροι δεν έχουν μεταξύ τους καμία συνάφεια, καμία λογική. Είναι, σαν να επικαλούνται οι Αμερικανοί την Δημοκρατία, την ίδια στιγμή που εγκαθιδρύουν τυραννίες και βομβαρδίζουν λαούς και είναι, σαν να παίρνει κάποιος το Νόμπελ Ειρήνης έπειτα από έναν πόλεμο που προκάλεσε. Ακόμη περισσότερο είναι, σαν να επικαλούνται οι ηθικολόγοι Γερμανοί την ελληνική διαφθορά και τεμπελιά, αλλά στην πραγματικότητα να υποκρύπτουν τη διαφθορέα Ζήμενς και τα πολλαπλά τους εγκλήματα κατά της Ελλάδας. Τέτοιου είδους επικλήσεις είναι πολύ συχνές, είναι εξοργιστικές και είναι σχιζοφρενικές.

Μια τέτοια αναντιστοιχία μεταξύ επικλητικής αρχής και συμπεριφοράς, είναι εμφανής και στη σχέση των νεοελλήνων με τους αρχαίους προγόνους και τον πολιτισμό τους. Από αυτήν την πνευματική ασυμμετρία, άλλωστε, δανείζεται το άρθρο τον τίτλο του, που ίσως σε κάποιους να φαίνεται αρκετά σκληρός, αλλά δεν είναι. Αντίθετα, μάλιστα, ίσως να είναι και εξαιρετικά επιεικής. Που οφείλεται όμως αυτή η ασυμμετρία;

Κατά αρχήν, καθιστώ σαφές, ότι το άρθρο δεν έχει σκοπό να διαπραγματευτεί, ως αιτία του προβλήματος, την βιολογική συνέχεια ή μη των αρχαίων και των νεώτερων Ελλήνων. Η πνευματική συνάφεια, δεν προϋποθέτει a priori την βιολογική συνέχεια, όμως ούτε την αποκλείει. Και αυτό, επειδή το πνεύμα δεν γνωρίζει από υλικούς και γενετικούς περιορισμούς. Ωστόσο, αφού θεωρώ την βιολογική συνέχεια του ελληνικού έθνους δεδομένη, αυτό με ωθεί να αναζητήσω αλλού την αιτία αυτής της δυσαρμονίας. Καταλήγω, λοιπόν, στο συμπέρασμα, ότι το πρόβλημα είναι κατά βάση πολιτισμικό και πνευματικό και όχι γενετικό. Τι ακριβώς όμως; Διότι το σημείο είναι πολύ κρίσιμο και υπάρχουν αντίθετες απόψεις περί αυτού.

Έγραψα, ότι πιστεύω στη βιολογική συνέχεια του έθνους, άρα για εμένα ισχύει η σειρά Αρχαία Ελλάδα-Βυζάντιο-Νέο Ελληνικό Κράτος, ως διάδοχες υποστάσεις του ίδιου έθνους στο συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, αν και τελείως διαφορετικής δομής και πολιτικής και θρησκευτικής αντίληψης. Στις δύο άκρες αυτού του ιστορικού διανύσματος, βρίσκονται η Αρχαία Ελλάδα και το Νέο Ελληνικό Κράτος και ανάμεσά τους, ως ενδιάμεσος χρονικός κρίκος, το Βυζάντιο του μεσαιωνικού ελληνισμού.

Η προσέγγιση μου είναι απλή. Η αιτία της πνευματικής ασυμμετρίας σήμερα, μεταξύ αρχαίων και νεοελλήνων, οφείλεται στην ανώμαλη κατάληξη του Βυζαντίου. Αντίθετα από όσα θα υποστήριζαν οι νεοπαγανιστές, οφείλεται, όχι στην ύπαρξη του Βυζαντίου, αλλά στην καταστροφή του. Στην απότομη και βίαια κατάρρευση του, που άφησε ένα τεράστιο πολιτισμικό και πνευματικό κενό, μέσα στο οποίο, οι Έλληνες επί τέσσερις αιώνες βρέθηκαν αποκομμένοι, τόσο από το αρχαίο, όσο και από το μεσαιωνικό παρελθόν τους. Και αυτό με δεδομένο, κατ΄ εμέ, ότι το Βυζάντιο είχε διασώσει, ως όφειλε, τις εθνικές και πνευματικές παρακαταθήκες των αρχαίων, εκτός φυσικά από τα θρησκευτικά τους ιδεώδη. Αλλά αυτό δεν αφορά την αιτία της σημερινής μας ασυμμετρίας, μιας και ο λόγος του άρθρου εξετάζει αποκλειστικά την μη εφαρμογή των φιλοσοφικών και πνευματικών επιτευγμάτων των αρχαίων Ελλήνων και όχι των θρησκευτικών τους αντιλήψεων. Πόσο μάλλον, που αυτοί οι δύο πόλοι της αρχαιότητας, δε συμπίπτουν σχεδόν ποτέ μεταξύ τους, αν δεν είναι και παντελώς αντίθετοι σε περιπτώσεις όπως των Ιώνων φιλοσόφων, του Δημόκριτου, του Επίκουρου και των Σοφιστών .

Ας το δούμε, λοιπόν, απλά, σαν την εικόνα ενός άξονα με τρία σημεία, που ξαφνικά έχασε το κέντρο του και έμεινε με τα άλλα δύο στις άκρες του, που ήταν ετεροβαρή. Τότε τα πράγματα μοιραία ανατράπηκαν, καθώς το βαρύ παρέσυρε το πιο ελαφρύ. Η βαριά αρχαιοελληνική κληρονομιά συνέτριψε τους αδύναμους ώμους του μόλις ελευθερωμένου από το οθωμανικό σκοτάδι ελληνικού έθνους. Ενός έθνους που δεν είχε προλάβει να ωριμάσει, να κατανοήσει, να κυβερνηθεί με όραμα, ώστε να δημιουργήσει τα δικά του επιτεύγματα. Το δικό του αντίβαρο στην αρχαία του ιστορία. Η αιτία του προβλήματος βρίσκεται στην 400 ετών, πνευματική μας ανάσχεση. Όσο το Βυζάντιο υπήρχε, η συνέχεια της συνειδησιακής εθνικής μας οντότητας παρέμενε ακέραια, όταν όμως χάθηκε, το έθνος ακρωτηριάστηκε. Χωρίς το ενδιάμεσο στάδιο, έμεινε αποκομμένο στην άλλη άκρη του άξονα, μακριά από το αρχαίο παρελθόν του. Έτσι, σήμερα, μην έχοντας το απαραίτητο βάρος για να εξισορροπήσει την ασυμμετρία, στρέφεται προς την αρχαιότητα, που τόσο θαυμάζουν οι ξένοι, για να βρει εκεί τον σεβασμό και ίσως την αναγνώριση που το σήμερα του αρνείται. Αλλά στρέφεται με τρόπο επιφανειακό, σχεδόν φολκλορικό.

Σε τι έγκειται όμως, το δεκανίκι της αρχαιολατρίας για ένα ανάπηρο παρόν; Διότι, εδώ ακριβώς βρίσκεται και ο κίνδυνος που μπορεί να μετατρέψει την αγνή αγάπη και τον θαυμασμό για την αρχαιότητα, σε μια κούφια και δίχως αντίκρισμα «αρχαιοπάθεια». Σε ένα ατελέσφορο και επικίνδυνο ψυχολογικό δεκανίκι μιας ανάπηρης «αρχαιολατρίας», στην οποία οι οκνηρές ψυχές θα βρουν το άλλοθι του εφησυχασμού στις δόξες των αρχαίων. Είναι σαφές, πως το παρελθόν δεν μπορεί ποτέ να γίνει αντικείμενο μίμησης. Μπορεί μόνο να μας διδάσκει για το παρόν και για το μέλλον. Το παρελθόν ανήκει στον χρόνο του, όπως η εφηβεία ανήκει στην αρχή της ζωής. Όσο και αν ένας ξεμωραμένος γέρος δεν το επιθυμεί, είναι καταδικασμένος να αυτογελοιοποιείται, όταν προσποιείται τον έφηβο. Έτσι αστείος φαίνεται και εκείνος που, ναι μεν επικαλείται διαρκώς τους αρχαίους Έλληνες και τον πολιτισμό τους, αλλά δεν εφαρμόζει τίποτα από όσα εκείνοι διδάσκουν. Σε τίποτα η ζωή του δεν μοιάζει με εκείνων, ούτε στο μέτρο, ούτε στις αρχές, ούτε στις αξίες. Τη στιγμή μάλιστα, που μοιάζει να ανέχεται ακόμη και την καταστροφή της γλώσσας και της ιστορίας του. Που διαπιστώνει παθητικά, πως ακόμη και σήμερα τα μέλη της αρχαίας μνήμης του κλέπτονται μέσα από τα μεγαλύτερα μουσεία του, όπως αυτό της Ολυμπίας. Παρόλα αυτά συνεχίζει να τους επικαλείται.

Κάπως έτσι, ασυνεπείς και αλλοπρόσαλλους μας βλέπουν και οι ξένοι. Και σε αυτό φταίμε εμείς. Για αυτό γελούν μαζί μας. Αυτοί γνωρίζουν ότι είμαστε Έλληνες, και έτσι μας ονομάζουν. Απομένει όμως να το θυμηθούμε και εμείς και να σοβαρευτούμε. Να πάψουμε να φερόμαστε ως ανάξιοι κληρονόμοι. Και αυτό αφορά κυρίως τους κυβερνούντες που μας εκπροσωπούν, γιατί μέσα στον λαό υπάρχουν ακόμη οι Φύλακες.

Παντού, λοιπόν, στον καθημερινό και δημόσιο λόγο, οι αρχαίοι ημών πρόγονοι απολαμβάνουν λατρεία και παραδοχή για τα επιτεύγματα τους, και όχι αδίκως, καθίστανται σημεία αναφοράς για όλους μας. Χρησιμοποιούμε τα ρητά τους κατά κόρον, με το εχέγγυο της αναμφισβήτητης σοφίας που περιέχουν. Υπερηφανευόμαστε για αυτούς και για τα πολεμικά και πνευματικά τους κατορθώματα, και αυτούς προτάσσουμε ως λόγχες ακαταμάχητες σε κάθε επίθεση και προσβολή των ξένων. Και όμως, παραμένουμε στο επίπεδο μιας στείρας, συμπλεγματικής αρχαιολατρίας. Δεν έχουμε ακόμη περάσει στην ουσιαστική μεταφορά του ήθους και των ιδεών τους στον πολιτικό και καθημερινό μας βίο. Που είναι το πλέον σημαντικό. Και σε αυτό, ως Έλληνες, έχουμε προς στιγμήν, αστοχήσει. Με τον ίδιο τρόπο, που επίσης έχουμε αποτύχει σαν Ορθόδοξοι Χριστιανοί, να εφαρμόσουμε τους λόγους των Ευαγγελίων στην επί γης Βασιλεία.

Μερικά μόνο παραδείγματα από τα πολλά, θα μας δείξουν, πόσο πολύ απέχουμε από τις ιδέες των προγόνων, που τόσο συχνά επικαλούμαστε. Λέει, ο Αντισθένης: «Τότε τας πόλεις απόλλυσθαι, όταν μη δύνωνται τους φαύλους από των σπουδαίων διακρίνειν», και αμέσως αντιλαμβανόμαστε τις αιτίες της πολιτικής μας κατάπτωσης, αφού δε διακρίναμε τους φαύλους από τους σπουδαίους. Συνεχίζει ο Πλάτων: «Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», και σήμερα βλέπουμε στη δυστυχία των συμπατριωτών μας, πως οι αριθμοί και τα Μνημόνια είναι σπουδαιότερα από τους ανθρώπους. Ενώ ο Βίας διαβεβαιώνει πως: «Κρατίστην δημοκρατίαν εναι ν πάντες ώς τύραννον φοβονται τόν νόμον», θλιμμένα συλλογίζομαι, πως κανείς ποτέ δεν τιμωρήθηκε σε αυτή την «Δημοκρατία», ώστε να φοβάται τον νόμο και έτσι να υπάρχει η Δημοκρατία. Και τέλος πάντων, μπορεί οι νεοέλληνες να καυχιόμαστε ότι σε αυτή τη χώρα γεννήθηκε η Δημοκρατία, αλλά φαίνεται πως και αυτή μας έχει εγκαταλείψει προ πολλού.

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012


Πικιώνης: «Ελπίς»

Γράφει ο ζωγράφος
Γεράσιμος Γ. Γερολυμάτος

Σε συνέχεια του προηγούμενου άρθρου, σχετικά με την ανάπηρη αρχαιολατρία, και προκειμένου να μην αφήσουμε το πρόσωπο της ουτοπίας μονόφθαλμο, θα ήταν παράλειψη μας, αν δεν βάζαμε στη θέση του και τον έτερο οφθαλμό της. Την ετερόφωτη δηλαδή αδελφή της, την ξενομανία. Πρόκειται πραγματικά για ένα εξαμβλωματικό διφυές τέρας, που καθηλώνει τη σύγχρονη εθνική αυτοσυνειδησία και εμποδίζει τον επαναπροσδιορισμό της.


Τι είναι όμως η ξενομανία; Ο συμβατικός ορισμός της ξενομανίας σε ένα λεξικό, είναι η μίμηση του ξένου τρόπου ζωής και η απάρνηση των οικείων ηθών και εθίμων. Πρόκειται για ένα πανάρχαιο κουσούρι, που επισημάνθηκε ήδη από τους εξοχότερους των αρχαίων προγόνων μας. Είναι σαν το χούι, που λέει και ο λαός μας, που βγαίνει τελευταίο μαζί με την ψυχή.

Αλλά ας επιχειρήσουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή στο φαινόμενο της ξενομανίας. Ο Λυκούργος, προνοώντας πολύ σοφά για τη διαβρωτική της δύναμη απέναντι στο ήθος και τους νόμους της πολιτείας, πήρε μέτρα και θεσμοθέτησε περιορισμούς εναντίον της. Η τακτική όμως των απαγορεύσεων σε ένα κόσμο που ανοίγεται στο εμπόριο και στην αναπόφευκτη επαφή των ανθρώπων, αποδείχθηκε μακροπρόθεσμα ανεπαρκής. Έτσι, δεν κατάφερε να κρατήσει μακριά από την διαλυτική της επιρροή, ούτε καν την ίδια την αυστηρή Σπάρτη, που στους τελευταίους παρακμιακούς αιώνες της, αν και τελευταία από τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις υπέκυψε και αυτή στους ξένους τρόπους. Οι Αθηναίοι, οι Κορίνθιοι και πριν από όλους οι Έλληνες της Ιωνίας, είχαν ήδη από τον 4ο-3ο π.Χ αιώνα, υιοθετήσει πλήθος τρόπων και ηθών από την ανατολή. Ήταν η εποχή, που σταδιακά είχε αρχίσει να εγκαταλείπεται το γνήσιο ελληνικό ήθος και το μεγαλείο των κλασικών χρόνων, που είχε ανδραγαθήσει την εποχή των Μηδικών πολέμων.

Τα συμπόσια των πλουσίων της εποχής επεφύλασσαν ευχάριστες εκπλήξεις στους συνδαιτημόνες τους. Πέρα από τις γαστρονομικές απολαύσεις, τους διασκέδαζαν με διάσημους χορευτές από την Κιλικία ή την Συρία, με ακροβάτες και ζογκλέρ από την Σκυθία, ακόμη και με κάποιον φημισμένο μουσικό ή αοιδό από τις αποικίες. Γενικά, τηρουμένων των αναλογιών, δεν διέφεραν και πολύ από αυτό που συμβαίνει και σήμερα. Στην αγορά πωλούνταν, όπως και τώρα, εισαγόμενα ακριβά υφάσματα που εκτιμώνταν ως καλύτερα των εγχωρίων, μεθυστικά αρώματα της ανατολής, τεχνουργήματα, μόδες, κομμώσεις, πλήθος κοσμημάτων με ανατολική τεχνοτροπία, περόνες, κάτοπτρα και πολυτελή μικρά σκεύη. Η ξενομανία της εποχής εκείνης ήταν σταθερά προσανατολισμένη προς την Ασία και γενικά προς την ανατολή.

Η επέκταση αργότερα του μεγάλου Αλεξάνδρου και η υιοθέτηση ακόμη και Περσικών συνηθειών, είχε ως αποτέλεσμα και παρά την αμφίδρομη επίδραση των πολιτισμών, να σημειωθεί κατά τη διάρκεια της ελληνιστικής εποχής ένας επαμφοτερίζων συγκρητισμός και μια ακόμη μεγαλύτερη εισβολή ανατολικών επιδράσεων, ιδεών ακόμη και θεοτήτων. Έπειτα, ήρθε η ρωμαϊκή κατοχή. Αυτή δημιούργησε με τη σειρά της μια νέα μορφή ξενομανίας ανάμεσα στους εύπορους Έλληνες της κυρίαρχης τάξης, που στην πιο ελεεινή μορφή της έμεινε γνωστή στην ιστορία ως «γραικυλισμός».

Είναι αξιοσημείωτο δε, ότι σε κάθε περίοδο ουσιαστικής παρακμής, η ξενομανία εμφανίζει μια σημαντική έξαρση. Είναι ένας ανατροφοδοτούμενος φαύλος κύκλος, που έχει αποκλείσει πλέον το ήθος και το μεγαλείο των κλασικών χρόνων, και ακόμη περισσότερο την αρετή και την ανδρεία των ομηρικών Ηρώων.

Βέβαια, ούτε η Ρώμη ξέφυγε από τη δική της ξενομανία. Παρά τις μεγάλες προσπάθειες του Καίσαρα να ανακόψει την ορμή της, θεσμοθετώντας και επαναφέροντας παραδοσιακές και ρωμαϊκές πατρογονικές λατρείες, τελικά δεν τα κατάφερε. Η ορμή της κατακτημένης ανατολής ήταν τεράστια. Έτσι, και οι Ρωμαίοι σταδιακά παρήκμασαν. Χάθηκε το προγονικό πνεύμα της αρχαίας Ρώμης, που έτσι και αλλιώς υπολειπόταν του πολιτισμού των κατακτημένων. Ο παγκοσμιοποιητικός αχταρμάς της Pax Romana, είχε σαν πρώτο πολιτισμικό θύμα την ίδια την Ρώμη.

Έπειτα, έρχεται η Ρωμανία, που είναι και το αληθινό όνομα της αποσχισθείσας και στην ουσία επανιδρυθείσας ανατολικής αυτοκρατορίας, της οποίας αναμφισβήτητο δημιουργικό και συστατικό μέρος στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, ανάμεσα σε άλλα έθνη, υπήρξε το ελληνικό έθνος εκατέρωθεν των ακτών του Αιγαίου. Ο Χριστιανισμός, από τη φύση του αντί-υλιστικός και προβάλλων την εγκράτεια, δημιούργησε τα πνευματικά αναχώματα εκείνα που περιόρισαν τα πολυτελή ξενομανικά ρεύματα, όμως και στην περίπτωση αυτή η απαλλαγή ήταν πρόσκαιρη.

Όπως έγραψα παραπάνω για την αυξητική σχέση μεταξύ παρακμής και ξενομανίας, στον αντίποδα αυτής βρίσκεται και η σχέση ανάμεσα στην ακμή και την υποχώρηση της ξενομανίας. Τόσο ο κλασικός κόσμος, όσο και ο ρωμανικός, στον κολοφώνα της ακμής τους έμειναν απρόσβλητοι από αυτήν. Μόλις η παρακμή εμφανιζόταν, τότε, μαζί της ως μόνιμη σύντροφος παρουσιαζόταν και η ξενομανία, συνοδευόμενη από την εξεζήτηση. Έτσι, τους τελευταίους αιώνες της Ρωμανίας, η ξενομανία επανέκαμψε, αυτή τη φορά όμως, προσανατολισμένη προς τον κόσμο της Δύσης. Η αρχή του τέλους είχε πλέον δρομολογηθεί, πριν καν ανοίξει η κερκόπορτα, όπως ακριβώς στα χρόνια πριν την ρωμαϊκή κατοχή.

Μέσα από την τεσσάρων αιώνων δουλεία στους Οθωμανούς, το υπόδουλο γένος συσπειρώθηκε γύρω από τις δικές του αξίες, ενάντια σε όλες τις συμφορές, προκειμένου να μην αφομοιωθεί. Και σε αυτό το σημείο, ακριβώς, έγκειται και ο αποφασιστικός εθνικός ρόλος που έπαιξε η Ορθοδοξία και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει όλοι να της αναγνωρίσουμε, εχθροί και φίλοι.

Μετά από την απελευθέρωση, το νέο Ελληνικό Κράτος δια των κυρίων εκπροσώπων του και δια της αστικής του τάξης, παραδόθηκε αμαχητί στην ξένη επιρροή και επιδόθηκε σε μια άνευ προηγουμένου ξενομανία, κατάλοιπο της οποίας είναι η σημερινή καχεκτική και θλιβερή εθνική μας απροσωπία. Οι ξένοι βασιλείς και η βαυαροκρατία, επέτειναν τη στροφή προς τον ευρωπαϊκό ετεροφωτισμό. Προκρίθηκε ο Προτεσταντισμός και αδικήθηκε η Ορθοδοξία. Και αυτό, δίχασε βαθύτατα τον λαό της υπαίθρου από τον αστικό πληθυσμό, που πάντα συνηθίζει ως «πρωτοπορία», να ρέπει γοργότερα προς την ξενομανία. Με τον ίδιο τρόπο διχάστηκε η ελληνική ψυχή και απομειώθηκε η ελληνική ταυτότητα. Έτσι, μεταφέρθηκε μέχρι των ημερών μας η ανομολόγητη, αλλά πάντα παρούσα διάκριση ανάμεσα στους Έλληνες της υπαίθρου, που παραμένουν σε μεγαλύτερο βαθμό προσκολλημένοι στα τοπικά τους ήθη, και ανάμεσα στους αστούς που μεγαλαυχούν πως είναι πολίτες του κόσμου. Κάπως έτσι, περιφρονητικοί χαρακτηρισμοί όπως «βλάχικο», «επαρχιώτικο» και «λαϊκό», ακούγονται στα σαλόνια της ξενομανίας ακόμη και σήμερα, υποτιμώντας τα τελευταία ακόμη ψήγματα της ελληνικής αυθεντικότητας σε κάθε επίπεδο της ζωής.

Η καταστροφή που έχει προκληθεί από τη μειονεξία της ετερόφωτης ξενομανίας, είναι αδύνατον να περιγραφεί. Είναι παντού, υποσκάπτει τα πάντα, στα ήθη, στα έθιμα, στη γλώσσα, στην οικονομία, στην πολιτική διακυβέρνηση. Μου έκανε εντύπωση κάτι που μου είχε εξομολογηθεί ένας φίλος, σχετικά με την επίδραση της ξενομανίας στην ψυχή του, όταν ήταν ακόμη παιδί. Πίστευε, λίγο-πολύ, πως οι μυθικοί στο μυαλό του ξανθοί άνθρωποι, δεν ήταν ακριβώς «σαν και εμάς», αλλά ήταν πολύ ανώτεροι. Τόσο πολύ, που δεν πίστευε, π.χ, πως είχαν τις ίδιες ανάγκες με εμάς, δηλαδή, αν μου επιτραπεί η έκφραση, της ούρησης και της αφόδευσης. Οι αυταπάτες του, βεβαίως, διαλύθηκαν μονομιάς, όταν άκουσε για πρώτη φορά τον θόρυβο του νερού, όταν η ξανθιά θεά που γνώρισε ως έφηβος, τράβηξε το καζανάκι. Απίστευτο, αλλά αληθινό, όμως περιγράφει την ξενομανή υπερβολή του κοινωνικού περιβάλλοντος, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην παιδική ψυχή του.

Τι είναι αυτό, λοιπόν, που κάνει την Πελαγία, να μετατρέπει το όνομα της σε «Πέγκυ»; Ένα όνομα που θυμίζει γαλάζια πέλαγα και ευωδιάζει αρμύρα και θυμάρι; Και πώς η Γεωργία γίνεται «Τζωρτζίνα» ή ο Αλέξανδρος «Άλεξ»; Και πως οι «Κομμώσεις Ευγενία» γίνονται «Coiffure Jenny» και η χασαποταβέρνα του Μήτσου «Jimmys Restaurant», παρόλο που η τσίκνα προδίδει την αλήθεια; Και ποιοι είναι οι λόγοι που οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες εισάγουν μανιωδώς ξένες ιδέες και καλλιτεχνικά ρεύματα στη μουσική, στη ζωγραφική, στην λογοτεχνία; Αυτές είναι εν κατακλείδι οι συνέπειες της ξενομανίας. Αρνιέμαι το δικό μου, χάριν του ξένου. Δεν θέλω να είμαι εγώ, αλλά θέλω να γίνω ένας άλλος.

Ποιές είναι όμως οι αιτίες αυτής της υπερβολικής ξενομανίας; Πρώτη αιτία, θαρρώ πως είναι, η φυσική περιέργεια του Έλληνα και το ενδιαφέρον του για το νέο. Όμως αυτό δεν είναι μεμπτό, το αντίθετο μάλλον. Ο εμπλουτισμός και η αφομοίωση νέων ιδεών στον πολιτισμό, είναι η διαχρονική βάση της ελληνικής ευφυΐας. Για αυτό, και δεν καταδικάζεται συλλήβδην η κάθε επαφή με τους ξένους, αλλά μόνο ο εκφυλισμός της. Διότι, η κύρια αιτία της μειονεξίας δεν είναι, δυστυχώς, η δημιουργική περιέργεια του Έλληνα, αλλά η διεστραμμένη εκδοχή της. Είναι η πολιτισμική του αλλοτρίωση, η έλλειψη πίστης στις ίδιες δυνάμεις του, στον πολιτισμό του, στις αξίες του. Η ξενομανία βασίζεται στην άγνοια και στην ανεπάρκεια μιας ψυχής που έχει παραδοθεί.

Όμως, προς πείσμα των ξενομανών η φύση δεν ξεγελιέται. Όσο και αν θαυμάζει κανείς τον Γερμανό, τον Γάλλο ή τον Άγγλο, όσο και να θέλει να τους μοιάσει, είναι καταδικασμένος πνευματικά να παραμένει ένας ημι-έλληνας, χωρίς ποτέ να καταφέρει να γίνει ένας Γερμανός ή ένας Άγγλος. Αυτό, το άλλο μισό, το προδωμένο, τον καταδιώκει σε όλη του την ζωή. Ένα υβρίδιο, μοιρασμένο ανάμεσα σε δύο υποστάσεις, που δεν καταφέρνει να γίνει ποτέ τίποτα από τα δύο. Για αυτό η ξενομανία συνδέεται άμεσα με τον «γραικυλισμό». Για αυτό, ένας Άγγλος ή ένας Γερμανός δεν θα εκτιμήσουν ποτέ έναν ξενομανή ημι-έλληνα γραικύλο. Θα προτιμήσουν να ακούσουν για τον Όμηρο από έναν ολόκληρο Έλληνα, διότι πάντα η αυθεντικότητα γοητεύει τον άνθρωπο, ακόμη και αν είναι βάρβαρος.

Και αφού τώρα, φίλοι μου, τοποθετήσαμε πλάι στην ανάπηρη αρχαιολατρία τον έτερο οφθαλμό της μειονεκτικής ξενομανίας, έχουμε πλέον μια σαφή εικόνα του προσώπου της άσχημης ουτοπίας. Έχουμε δύο μάτια που αλληθωρίζουν φρικτά, έχουμε ένα στόμα που κραυγάζει άναρθρα και έχουμε ένα μπούσουλα

Η άγνωστη συνάντηση του Καραϊσκάκη με τον Κιουταχή

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Η άγνωστη συνάντηση του Καραϊσκάκη με τον Κιουταχή


undefined
Επιμελείται
ο Γεράσιμος Γ. Γερολυμάτος

Η απρόοπτη συνάντηση των δύο ανδρών έγινε την επόμενη μέρα της μάχης του Χαϊδαρίου, όταν ακόμα οι πυροβολισμοί και οι κραυγές ήταν νωπές στην ακοή όσων πήραν μέρος στην μάχη. Ο Καραϊσκάκης και ο Κιουταχής βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο απέναντι ο ένας στον άλλο, επί ουδετέρου εδάφους, χωρίς να το περιμένει κανένας απ΄τους δύο και αντάλλαξαν χαρακτηριστικές φράσεις.

Τα μοναστήρια στην Πελοπόννησο

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012


Τα μοναστήρια στην Πελοπόννησο


Οι Μονές του Λούσιου-Το  "Αγιο Όρος" της Πελοποννήσου

Γράφει και επιμελείται ο δάσκαλος
Κωνσταντίνος Κρεκούζος

Aν τα κάστρα της Πελοποννήσου διαφύλαξαν τη σωματική ακεραιότητα των κατοίκων της, τα μοναστήρια αποτέλεσαν την κιβωτό του πνεύματός τους. Στα δικά τους τείχη μέσα κυοφορήθηκε το πνεύμα της ανεξαρτησίας, της πίστης, του εθνικού φρονήματος, ενώ ταυτόχρονα λειτούργησαν φωτοδυτικά και ως σχολεία γνώσης σε δύσκολες εποχές. Τα μοναστήρια της Πελοποννήσου, αν και υπηρέτησαν μοναστική ζωή, ανδρώθηκαν από μοναχούς και μοναχές – ήρωες που πάλεψαν ενάντια σε ξένους κατακτητές και αυτή η πάλη τους τα έφερε πολύ κοντά με την κοσμική κοινωνία.

Τα διαχρονικά ασυμβίβαστα του Πολιτισμού

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012



Το παιδί και το όρνεο
Του ζωγράφου
Γεράσιμου Γ. Γερολυμάτου

Κάθε ειλικρινής άνθρωπος διαπιστώνει τις αντιφάσεις και τα ασυμβίβαστα της παγκόσμιας ιστορίας. Πώς μπορούν αλήθεια να συμβιβαστούν οι πόλεμοι, η αδικία και η ανθρώπινη εκμετάλλευση με τους αιώνες του πολιτισμού, της φιλοσοφικής και θρησκευτικής αναζήτησης; Η συνύπαρξη του καλού με το κακό αποτελεί από ηθικής άποψης το αιώνιο αίνιγμα της ανθρώπινης ψυχής.


Ο πολιτισμός συνδέεται με ό,τι πιο υψηλό έχει να επιδείξει η ανθρωπότητα, όμως όλα εξαρτώνται από το περιεχόμενο του. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους ο πολιτισμός τίθεται σήμερα υπό αμφισβήτηση. Στις πολυτελείς αίθουσες των συναυλιών, στις όπερες, στα θέατρα και στις πινακοθήκες, η τέχνη εμφανίζεται συχνά με ψεύτικο προσωπείο. Ο πολιτισμός των σύγχρονων μητροπόλεων, που διατίθεται σε συσκευασία σελοφάν, είναι μακριά από το σφυγμό της ζωντανής και άμεσης έκφρασης. Είναι πρόσχημα καλλιέργειας αυτάρεσκων και εφησυχασμένων θεατών. Στον κόσμο της δύσης οι πολιτισμένοι δήμιοι συγκινούνται πάντα από την κλασική μουσική ή προσεύχονται, ποιος ξέρει σε ποιο θεό, πριν διατάξουν την εκτόξευση πυραύλων.

Ο ίδιος ο πολιτισμός στην πορεία της εξέλιξής του πότε πραγματώνεται και πότε αυτοαναιρείται. Περνώντας από τη μια κατάσταση στην άλλη, με κάθε νέα τάση, τρώει τα σπλάχνα του και αναγεννάται από αυτά με νέα μορφή. Αισιόδοξη ή όχι, αυτή η πορεία βασίζεται στα διαχρονικά ασυμβίβαστα και στην ενέργεια που παράγεται από τη σύγκρουση τους. Είναι βέβαιο π.χ, πως ένας πολιτισμός, που βασίζεται στην ανθρώπινη εκμετάλλευση, θα δημιουργήσει αναπόφευκτα ένα νέο δυναμικό αίτημα για έναν κοινωνικό πολιτισμό.

Η δράση είναι μέγεθος ίσο με την αντίδραση. Παντού, η ύπαρξη του ανθρώπινου όντος δικαιώνει την τραγωδία ενός ανεκπλήρωτου προορισμού. Σήμερα, η παγκοσμιοποίηση διευρύνει το πεδίο δράσης των αντιτιθέμενων δυνάμεων σε ένα κόσμο που πολύ απέχει από το προσδοκώμενο, και όπου οι νίκες ή οι ήττες, θα είναι επίσης μεγάλες.

Περί του Άβατου του Αγίου Όρους

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

Περί του Άβατου του Αγίου Όρους


undefined
Γερ. Γερολυμάτος: « Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας», μολύβι σε χαρτί- 2011


Δικαίωμα εναντίον δικαιώματος;

Γράφει ο ζωγράφος
Γεράσιμος Γ. Γερολυμάτος

Λόγω της επικαιρότητας που έχει πάρει ξανά το όνομα του Αγίου Όρους, και εξαιτίας της άγνοιας που διαπίστωσα ότι έχουν ορισμένοι συνέλληνες, περί της νομικής και πνευματικής υπόστασης του, παραθέτω το παρακάτω δημοσιευμένο μου άρθρο σε περιοδικό, το 2003, στο οποίο, εξαιρώντας κανείς τα λίγα ανεπίκαιρα σημεία, θα βρει πλήθος σημαντικών πληροφοριών.

ART THERAPY-Εικαστική Ψυχοθεραπεία


Από το Κέντρο Τέχνης & Ψυχοθεραπείας

Γύρω στο 1940, μια σειρά ζωγράφων και ψυχοθεραπευτών είχαν αρχίσει να αντιλαμβάνονται πως για κάποιο λόγο η δημιουργική έκφραση έχει θεραπευτική επίδραση στην ψυχολογική υγεία του ανθρώπου. Από τότε το «μυστήριο» έχει εξελιχθεί τόσο, ώστε να αποτελεί ξεχωριστή ψυχοθεραπευτική μέθοδο την «Εικαστική Θεραπεία» (Art Therapy). Η Εικαστική Θεραπεία εφαρμόστηκε στις Η.Π.Α. και τη Μεγ. Βρετανία από το 1960, ενώ στην Ελλάδα αρχίζει να εφαρμόζεται από το 1980.

ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ: Κορυδαλός – Αιγάλεως - Ποικίλον

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ: Κορυδαλός – Αιγάλεως - Ποικίλον


Επιμέλεια Κώστα Φωτεινάκη

Του καθηγητού κ. ΧΡ. ΕΝΙΣΛΕΙΔΗ

Με εξαιρετική μας ευχαρίστηση δημοσιεύουμε κατωτέρω λεπτομερή μελέτη του φυσιολάτρου καθηγητού κ.Χρ.Ενισλείδη (Στρατοκόπου) περί της οροσειράς του Δαφνίου.
Είναι αληθές ότι μεγάλη σύγχυσης παρατηρείται ως προς την ονομασίαν των χαμηλών ορέων τα οποία περικλείουν εκ ΒΔ και ΝΔ την πεδιάδα των Αθηνών.

Ο Ποιητής Κώστας Γ. Καρυωτάκης

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Ο Ποιητής Κώστας Γ. Καρυωτάκης


Γράφει για το ΠΕΡΙ ΤΕΧΝΗΣ Ο ΛΟΓΟΣ
ο Καθηγητής Φιλολογίας
του Πανεπιστημίου Αθηνών,
Μέλος του Ε.Ε.Π. του Ιδρύματος
κ. Καρυδάς Ι. Σ. Γρηγόριος

«Αχ, όλα έπρεπε να΄ρθουν καθώς ήρθαν!
Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.
Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,
να μου φύγουνε να σβήσουν...»
Ποίημα, «Μόνο»

«...Έμποροι και κονσόρτσια κι Εβραίοι,
είναι πολλά του αιώνα μας τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν οι γενεές,
όταν σε παρομοιάσουν με το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ»
Ποίημα, «Στο άγημα της Ελευθερίας».

Οι ποιητές του 6ου- 4ου π.Χ. αι. για την Τέχνη και τη Θρησκεία.

Οι ποιητές του 6ου- 4ου π.Χ. αι. για την Τέχνη και τη Θρησκεία.

«Ο Διόνυσος επισκέπτεται έναν ποιητή»
(μαρμάρινο ανάγλυφο-Βρετανικό Μουσείο Λονδίνο)
Γράφει ο ζωγράφος
Γεράσιμος Γ. Γερολυμάτος

«Το έργο τέχνης διαχωρίστηκε από το Θεό που απεικόνιζε και απ΄ τη θεϊκή του ουσία και πρόβαλλε ως ανθρώπινο υλικό δημιούργημα. Ένα προϊόν της γνώσης και της ικανότητας του καλλιτέχνη, που υπόκειται κι αυτό σε νόμους και κριτική, όπως και οτιδήποτε άλλο»

Στην αρχαϊκή εποχή προς τα τέλη του 6ου π.Χ. αι., επιχειρείται ένα μεγάλο βήμα της ελληνικής σκέψης προς ένα ανώτερο επίπεδο αυτοσυνειδησίας.

Η υστερο-αρχαϊκή συνείδηση έχοντας υιοθετήσει μια πιο ορθολογιστική στάση απέναντι στο φαινόμενο της τέχνης, οδηγήθηκε σε έναν εξανθρωπισμό των ιδεών της, που απ΄ εκεί και πέρα έγινε μια εδραιωμένη πίστη. Η τέχνη παρουσιάστηκε σαν ένα ανθρώπινο γεγονός, πέρα από την προηγούμενη μυθική της υπόσταση και αυτό σε σχέση με τις νέες απόψεις που διατύπωσαν οι φυσικοί φιλόσοφοι για τη θρησκεία και το κόσμο. Η αλλαγή αυτή φανερώνει την αμεσότητα της σχέσης ανάμεσα στη θρησκευτική συνείδηση και την τέχνη, που γίνεται πλέον φανερή ως μια νέα σχέση περιεχομένου και μορφής.


Στον ποιητή Σιμωνίδη ανήκει ένα επίγραμμα, πιθανόν του 6ου π.Χ., αι., για το έργο ενός Παριανού γλύπτη, του Αρκεσίλα, που αναφέρει, πως η ίδια η Αθηνά με τα χέρια της οδηγούσε τον Αρκεσίλα στη δουλειά του[1]. Το ίδιο πιστεύει και ο Πίνδαρος που στα παινέματα που περιέχει ο 7ος Ολυμπιόνικός του[2], το 464 π.Χ., αναφέρεται με λόγια θαυμασμού στη φήμη των παλιών τεχνιτών της Ρόδου και στην υπερφυσική αρετή της τέχνης τους. Οι στίχοι αυτοί δείχνουν, ότι οι ποιητές αναγνώριζαν πρόθυμα ακόμη στους καλλιτέχνες την ίδια αρετή και αξία με τη δική τους, και πως η επίκληση της θεϊκής σοφίας δεν ήταν μια αλαζονική αξίωση των καλλιτεχνών. Τα παραδείγματα αυτά θα δείξουν επίσης και την αντίφαση των απόψεων που θα εκφράσουν αργότερα οι ίδιοι αυτοί ποιητές για την τέχνη και τους καλλιτέχνες, οι οποίες άλλαξαν λίγες δεκαετίες μετά, ως αποτέλεσμα της διαμόρφωσης της νέας αρχαϊκής συνείδησης.

Οι ποιητές Πίνδαρος[3] και Σιμωνίδης, εκφράζονται με έντονα κριτικό ύφος για την τέχνη και τους καλλιτέχνες, ενώ ο Ιππώναξ[4] παρουσιάζεται στους στίχους του ακόμη πιο οξύς ενάντια στο ζωγράφο Μιμνή και τους γλύπτες Άθηνι και Βούπαλο. Οι απόψεις των ποιητών των ύστερων αρχαϊκών χρόνων για την τέχνη εκείνης της περιόδου και για τους καλλιτέχνες, εκφράζουν χαρακτήρα μάλλον υποτιμητικό. Αμφισβητούσαν ευθέως τη θεϊκή διδασκαλία και συνέργια στα έργα των καλλιτεχνών, οι οποίοι από ανθρώπους είχαν διδαχθεί και η τέχνη τους δεν ήταν, παρά αποτέλεσμα μόνο της δικής τους εξυπνάδας και της εμπειρίας. Ήταν έργα ανθρώπινα και η τέχνη στα τέλη του 6ου π.Χ αι., είχε αρχίσει να αντιμετωπίζεται με ολότελα ανθρώπινους όρους, έξω και πέρα από τη μυθική της καταγωγή που υποστήριζαν με πάθος οι καλλιτέχνες.

«Ο Όμηρος διηγείται τα Έπη του»,
έργο του Άσμους Γιάκομπ Κάρστενς (1754-1798) Βαϊμάρη
Οι στίχοι του Πινδάρου και του Σιμωνίδη[5] αντανακλούν την γενικότερη άποψη των αρχαϊκών ποιητών για την υπεροχή της ποίησης έναντι της βουβής τέχνης, αφήνοντας να διαφανεί μια ατμόσφαιρα ανταγωνισμού ανάμεσα στις δύο τέχνες, που άρχισε να γίνεται πιο έντονη προς τα τέλη του 6ου π.Χ. αι. Θα ήταν πάντως επιπόλαιο να αποδώσει κανείς την αντίληψη αυτή των ποιητών μόνο στο ανταγωνιστικό πνεύμα ανάμεσα στις δύο συντεχνίες[6], καθώς η διαμόρφωση της αρχαϊκής αντίληψης για την τέχνη, δημιουργήθηκε από ένα ευρύτερο πλαίσιο αντικειμενικών αιτιών. Εκφράστηκε πρώτα μέσα από τις θεωρίες των φιλοσόφων και η βασική αιτία της, ήταν η αφύπνιση της ατομικής συνείδησης και των ικανοτήτων της και οι σχέσεις με τους Θεούς. Γνωρίσματα της νέας αντίληψης ήταν ο εξανθρωπισμός και η σταδιακή υποχώρηση του μυθικού κόσμου και του δαιμονικού στοιχείου από το να αποτελούν τη βάση της ζωής και της τέχνης. Έτσι η αντιπαλότητα ποιητών και καλλιτεχνών δεν παρατηρείται στα πρώτα και μέσα αρχαϊκά χρόνια. Αν και είναι πιθανόν να υπήρχε από παλιά, δεν  ήταν όμως τόσο έντονη ώστε να εκδηλωθεί.

Οι ποιητές είχαν αρχίσει πια να βλέπουν τα έργα από την απόσταση του θεατή και μπορούσαν να τα κρίνουν απογυμνωμένα από το μυθικό τους πέπλο. Ήταν υλικά και στατικά, μπορούσαν να καταστραφούν, δεν μεταφέρονταν εύκολα και, κυρίως αυτό, είχε αμφισβητηθεί η θεϊκή τους ουσία. Μόνο η αεικίνητη και άφθαρτη ποίηση μπορούσε να εξασφαλίσει την αθανασία και την φήμη και ο Όμηρος ήταν το καλύτερο παράδειγμα, αφού οι αθάνατοι στίχοι του τροφοδοτούσαν τη θεματολογία της τέχνης.


Τα πιο επίσημα και πιο δαπανηρά από εκείνα τα έργα της αρχαϊκής εποχής, που σε εμάς φαίνονται να είναι απλώς όμορφα έργα τέχνης, ήταν έργα δημιουργημένα από το θρησκευτικό συναίσθημα. Ήταν ταφικά αφιερώματα, αναθηματικές στήλες και επιτύμβια, έργα προορισμένα να εκφράσουν την κοινωνική και θρησκευτική αντίληψη της εποχής για τον θάνατο. Η συνεργασία των ποιητών και των καλλιτεχνών ήταν απαραίτητη για τη δημιουργία έργων, που σκοπός τους ήταν να αντέξουν στο χρόνο και στη λήθη. Οι ποιητές, ορισμένοι εξ αυτών οι καλύτεροι, αμείβονταν για να συνθέσουν αθάνατους στίχους. Οι καλλιτέχνες, ομοίως, αγωνίζονταν να δημιουργήσουν καλλιεπή έργα που θα εξασφάλιζαν τη μνήμη του νεκρού και τη δική τους προσωπική φήμη. Η συνύπαρξή τους ήταν συχνά πολύ ανταγωνιστική. Μόνο όμως τα άριστα έργα μπορούσαν να αντέξουν στο χρόνο, αφού ισχύει και για αυτά το ίδιο που ισχύει και για τα γονίδια στη φύση, όπου πάντα τα πιο δυνατά επιβιώνουν. Έτσι είναι πιο πιθανό, ότι τα άριστα έργα πάντα θα προστατεύονται από τη φθορά, ακριβώς επειδή διαθέτουν μια ιδιαίτερη δύναμη,  μια οικουμενική αισθητική αξία. Είναι ωραία, έχουν Κάλλος. Το ρόλο αυτό της διάσωσης της τέχνης έχουν αναλάβει από τα αρχαία χρόνια οι ιδιωτικές συλλογές, τα μουσεία και οι πινακοθήκες.

Αυτή η αμφισβήτηση της τέχνης μας φαίνεται σήμερα πολύ οικεία. Ωστόσο, αν τοποθετηθεί μέσα στα ιστορικά πλαίσια της υστερο-αρχαϊκής ή της προκλασικής περιόδου, ισοδυναμεί με μια μεγάλη αλλαγή στον τρόπο σκέψης της αρχαϊκής συνείδησης. Είναι μια τομή στην οποία, καθώς υποχωρεί η μυθική κρίση, εισέρχεται για να καλύψει τα κενά της η νέα συνείδηση του ατόμου και η υποκειμενικότητα της ατομικής κρίσης. Αυτή αποφαίνεται πλέον κριτικά για τα έργα, ως έργα ανθρώπων, πέρα από την μέχρι τότε αναμφισβήτητη και μη υποκείμενη σε κρίση θεϊκή συνέργια. Για πρώτη φορά εμφανίζεται έτσι ο ενεργητικός ρόλος του θεατή-κριτή, που τοποθετείται θετικά ή αρνητικά απέναντι στο έργο τέχνης και που αναζητά να είναι αποδέκτης του κάλλους και της τέρψης. Είναι η στιγμή που υπεισέρχεται στην τέχνη η ιδέα μιας αισθητικής έννοιας, του Κάλλους. Τα έργα τέχνης αρχίζουν να κρίνονται με βάση τους κανόνες της αισθητικής και της ομορφιάς, που είναι δουλειά του καλλιτέχνη να γνωρίζει τη λειτουργία τους, και του οποίου η ικανότητα κρίνεται τελικά από το αποτέλεσμα και από το βαθμό επιτυχίας της εφαρμογής αυτών των κανόνων στα έργα του. Το έργο τέχνης διαχωρίστηκε από το Θεό που απεικόνιζε και απ΄ τη θεϊκή του ουσία και πρόβαλλε ως ανθρώπινο υλικό δημιούργημα. Ένα προϊόν της γνώσης και της ικανότητας του καλλιτέχνη, που υπόκειται κι αυτό σε νόμους και κριτική, όπως και οτιδήποτε άλλο. Κάτι που έχει τη δική του αισθητική αξία.

Επιτύμβια στήλη νέου, έργο σπουδαίου γλύπτη, ίσως του Αγοράκριτου. 
Απεικονίζει το νεκρό, το μικρό δούλο του θλιμμένο, με την γάτα του
και ένα κλουβί.
(430-420 π.Χ) Εθν. Αρχαιολογικό Μουσείο.
Σχετικά με την τέχνη στην Ελλάδα πρέπει να τονιστεί, πως δεν ήταν κτήμα μόνο των λίγων, αλλά μπορεί να πει κάποιος πως ήταν ευρύτερα λαϊκή, αφού όλες οι τάξεις μπορούσαν να κρίνουν και να κατανοούν τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα, κάτι που συνέβαινε με λίγους πολιτισμούς. Όπως όχι μόνο μια αριστοκρατία του πνεύματος, αλλά όλος ο λαός παρακολουθούσε και μπορούσε να απολαύσει ανεμπόδιστα τα δράματα του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη και τις κωμωδίες του Φρυνίχου και του Αριστοφάνη, τουλάχιστον μέχρι τον 4ο μ.Χ., αι., και τα έργα της τέχνης μπορούσαν όλοι να τα νιώθουν, δεδομένου ότι υπήρχε η αναγκαία προπαιδεία σε μεγάλη έκταση στις λαϊκές μάζες.

Οι Λυρικοί ποιητές δεν πρόσφεραν τίποτα στην εξέλιξη της Ελληνικής θρησκείας σε αντίθεση με τη Χορική ποίηση. Τεράστια ήταν η προσφορά του Σόλωνα του Αθηναίου, που επηρέασε τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή και τον Ηρόδοτο. Σε πλήρη συμφωνία με τον δελφικό τρόπο σκέψης, όπου η τήρηση του μέτρου ως προστασία από την «ύβριν» πήρε μορφή στο «Μηδέν άγαν» και στο «Ίσθι άνθρωπος ών», ο Σόλων δίδασκε ότι η ορθή μεσότητα (νοούμενη ως εξισορρόπηση των αντιθέτων) είναι ο σωστός δρόμος. Από τη θεοδικία της Οδύσσειας υπάρχει μια γέφυρα που οδηγεί στον Αισχύλο. Ο Σοφοκλής τοποθετεί τη δράση του ανθρώπου στο υπόβαθρο της θείας επενέργειας, χωρίς όμως να προσεγγίζει στο πρόβλημα της θεοδικίας. Ο Ευριπίδης (480 π.Χ) ασκεί αυστηρή κριτική στα επιμέρους της παραδοσιακής θρησκείας, χωρίς όμως να την αποκρούει συνολικά.

Ο Αισχύλος επιχειρεί να φέρει σε συμφωνία το γεγονός, ότι από τη μια υπάρχουν θεοί και από την άλλη ότι υπάρχει δυστυχία και κακό. Στην τριλογία του «Αγαμέμνων -Χοηφόροι-Ευμενίδες» αναφέρεται στην αρά που βαρύνει τον Οίκο των Ατρειδών. Στην πρώτη τραγωδία περιγράφει τον φόνο του Αγαμέμνονα από την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο, ως τιμωρία για τους φόνους του Ατρέα και της καταστροφής των τρωικών ναών και της ασέβειας προς τους θεούς. Στις «Χοηφόρους», μόλις έχει επιτελεστεί η πρώτη τιμωρία, συντελείται η επόμενη πράξη του δράματος. Για την θρησκευτική αντίληψη της προϊστορικής εποχής, που θεωρεί την ψυχή του νεκρού αθάνατη και ενεργούσα στον κόσμο των ζωντανών, ο δολοφονημένος νεκρός είναι αυτός που εκδικείται τον θύτη του οπλίζοντας το χέρι του εκδικητή. Μια ανάλογη ιδέα βλέπουμε και στον «Άμλετ» του Σαίξπηρ.


«Μάχη έφιππων πολεμιστών». Επιτύμβιο ανάγλυφο,
το επίσημο μνημείο της Αθηναϊκής Πολιτείας
για τους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού πολέμου
 (περ. 430 π.Χ. Βίλα Αλμπάνι, Ρώμη 
Ο Ορέστης εκδικείται το φόνο του πατέρα του με τη δολοφονία του σφετεριστή Αίγισθου και τη μητροκτονία της Κλυταιμνήστρας. Αυτή είναι η αντίληψη του άγραφου νόμου της παλαιάς Δίκης, που υπάρχει σε σχέση με τους παλαιούς χθόνιους θεούς στους οποίους ανήκουν και οι Ερινύες, οι φοβερές τιμωροί των μητροκτόνων και φρουροί του ηθικού νόμου. Η παλαιά Δίκη είναι η πράξη της εκδίκησης, δηλαδή, ενός φόνου δια της αυτοδικίας, που ανάλογό της βρίσκουμε στο «οφθαλμός αντί οφθαλμού» της Π. Διαθήκης, αλλά και σε πολλές πρώιμες θρησκείες και κοινωνίες. Όπως αργότερα ο Χριστιανισμός κατήργησε την αυτοδικία της Π. Διαθήκης δια μέσω της αγάπης, έτσι και στις «Ευμενίδες», η νέα Δίκη αντικατέστησε την παλαιά.

Κατά τον Ερ. Χατζηανέστη[7]: «η τραγωδία των «Χοηφόρων» στρέφεται γύρω απ΄τον άγραφο νόμο της Δίκης. Αυτήν την παλαιά Δίκη, έχει υπ΄ όψιν του ο Αισχύλος με τας «Χοηφόρους» και θα την ανασυνθέσει με τα πιο μελανά χρώματα, δια να μπορέσει να τη φέρει εις αντίθεση προς την νέα Δίκη την οποίαν θα παρουσιάσει στις «Ευμενίδας». Ο Ορέστης είναι απεσταλμένος μιας Δίκης εις την οποίαν ενδόμυχα δεν πιστεύει. Αν υπάρχει ένα δράμα, εσωτερικό, ψυχικό μέσα εις τας «Χοηφόρους» αυτό είναι η ενδόμυχος πάλη του Ορέστη προς τις απαιτήσεις του παλαιού Νόμου και αυτό προαγγέλλει την αθώωσήν του. Το δράμα του Ορέστη αποτελεί το μεταβατικό στάδιο δια την εγκαθίδρυση της νέας Δίκης. Είναι το πρόσωπο το οποίο ώρισε ο Ζευς δια να εγκαινιάσει την νέα περίοδο της δικαιοσύνης, τη νέα περίοδο της ανθρωπότητος την οποία θα εγκαθιδρύσει η νέα Δίκη του Διός και τους νέους νόμους που θα θεσπίσει δια της Αθηνάς στις «Ευμενίδες». Ο Ορέστης λυτρώνεται από την καταδίωξη των τερατόμορφων παλαιότερων θεοτήτων των Ερινύων, με τη βοήθεια των νέων Θεών του Ολύμπου του Απόλλωνα και της Αθηνάς, που εγκαθιδρύει τη νέα Δίκη και θεσπίζει τους νέους νόμους απόδοσης της δικαιοσύνης, δια του Αρείου Πάγου, από ανθρώπους δικαστές και από ανθρώπινους νόμους. Έτσι η τριλογία του Αισχύλου πραγματεύεται τη μετάβαση από την παλαιά θρησκευτική αντίληψη για τη δικαιοσύνη, στη νέα θρησκευτική και ηθική πραγματικότητα των ιστορικών χρόνων, που εκφράζουν μια νέα ανώτερη εκδοχή των νόμων και των θεών, σε συμφωνία με την πνευματική εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας.

Οι θεοί κάνουν την παρουσία τους στις αρχαίες Ελληνικές τραγωδίες με τρεις διαφορετικούς τρόπους[8]. Πρώτον, δια των λεγομένων «άνω παρόδων», όπως λ.χ. όταν εισέρχεται η Αθηνά στον πρόλογο του «Αίαντος» του Σοφοκλή. Δεύτερον, δια του «θεολογείου» και τρίτον, δια της λεγομένης «μηχανής» για να δοθεί ευκολότερη λύση στις δυσεπίλυτες περιπτώσεις των διαφόρων περιπετειών των τραγωδιών, μέσον το οποίον μεταχειρίσθηκε πολύ συχνά ο Ευριπίδης, από το οποίο προήλθε και η παροιμία «από μηχανής θεός». Στον τρόπο αυτό αναφέρεται και ο Πλάτων: «Οι τραγωδοί επειδάν τι απορώσιν, επί τας μηχανάς καταφεύγουσι θεούς αίροντες» (Κρατ. 425).

(Απόσπασμα μελέτης μου υπό τον τίτλο: «Τα Φυσικά Πρότυπα στην Τέχνη και στην Θρησκεία-Μια επισκόπηση της εξέλιξης του Πολιτισμού». Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό πολιτιστική ΕΝΝΕΑΔΑ, τ, 21ο, 2006)



[1] ΣΙΜ: «Αρτέμιδος τόδ΄ άγαλμα-διηκόσιαι γάρ ο μισθός/ δραχμαί ταί Πάριαι, των επίσημα τράγος-,/ ασκητός δ΄εποίησεν Αθηναίης παλάμηισιν/ άξιος Αρκεσίλας, υιός Αριστοδίκου»
[2] ΠΙΝΔ: «αυτά/ δέ σφισιν ώπασε τέχναν/ πάσαν επιχθονίων Γλαυκ/ ώπις αριστοπόνοις χερσί κρατείν./Έργα δε ζωοίσιν ερπόν/ τεσσί θ΄ομοία κέλευθοι φέρον./ ήν δε κλέος βαθύ. Δαέν/ τι δέ και σοφία μεί/ ζων άδολος τελέθει»
[3] ΠΙΝΔ. « ούκ ανδριαντοποιός είμ΄, ώστ΄ελινύσοντα εργάζεσθαι αγάλματα επ΄αυτάς βαθμίδος εσταότα…»
[4] « ανδριάντα τον λίθινον έφη Ιππώναξ Βούπαλον αγαλματοποιόν» δηλαδή αποκάλεσε τον Βούπαλο βλάκα, κατά την παρομοίωση των αρχαίων.
[5] ΠΛΟΥΤ: «Πλήν ο Σιμωνίδης την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν προσαγορεύει, την δέ ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν...»
[6] Ο υποκειμενισμός στη στάση κάποιων ποιητών έναντι των καλλιτεχνών, δεν θα πρέπει να αποκλείεται εντελώς, καθώς υπάρχουν τα ανάλογα παραδείγματα του Αριστοφάνη, που στην κωμωδία του «Νεφέλες» παρουσίαζε τον Σωκράτη σαν γελοία καρικατούρα και του άσημου ποιητή Μέλητου, που ήταν ο ένας από τους τρεις κατηγόρους στην εναντίον του δίκη.

[7] ΕΡΡ.ΧΑΤΖΗΑΝΕΣΤΗ: Αισχύλου Τραγωδίες «Χοηφόροι», εισαγωγή, (σ.14-19-22). «Αρχαίοι Έλληνες Συγγραφείς». Εκδ. Οίκος Ι.Ν.Ζαχαρόπουλου. Αθήνα-1957
[8]  Ν. ΛΑΣΚΑΡΗΣ: «ΕΓΚ. ΛΕΞ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ