Ετικέτες

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

Γιατί ο κ. Τσίπρας έκανε λάθος στο θέμα της ορκωμοσίας.

newego_LARGE_t_1101_54456599_type12713Μου έκανε εντύπωση και μου προκάλεσε φόβο το γεγονός ότι ο κ. Τσίπρας δεν ορκίστηκε πρωθυπουργός με θρησκευτικό όρκο.
Σε επίπεδο κυβερνητικής εξουσίας, ορισμένα πράγματα γίνονται για να σταθεί δυνατή η λειτουργία της κοινωνίας ως οργανωμένης οντοτητας, δηλαδή κράτους. Και ένα κράτος έχει θεσμούς που το αναπαράγουν . Διαφορετικά διαλύεται.
Ο Μωάμεθ ο Πορθητής, λέγεται, πως ασπάσθηκε το χριστιανισμό. Αλλά, διοικούσε έναν λαό με μουσουλμανική πίστη και του ήταν αδιανόητο να επιδείξει την πραγματική του. Θα τον κρεμούσαν.
Οι ηγέτες δεν είναι τα καθημερινά φυσικά πρόσωπα. Στέκονται πάνω από την καθημερινότητα και σέβονται τους θεσμούς των κοινωνιών και των κρατών που διοικούν.
Ας μη νομίσει κανείς ότι τα γράφω αυτά επειδή έχω κάποια σχέση με τη θρησκεία.
Τη βιώνω ως αναγκαία αίσθηση, ή ακόμη και ως ψευδαίσθηση.

Η πίστη και η θρησκεία είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο της ανθρωπότητας για να το προσπερνάμε επιπόλαια. Είχε θριαμβευτικές στιγμές είχε και τις μαύρες σελίδες της.
Διαβάζω, τελευταία, ένα μικρό βιβλίο του Roy Porter για το Διαφωτισμό, με τον ομώνυμο τίτλο: «Διαφωτισμός». Ως γνωστόν, η πρώτη συγκροτημένη, συλλογική και αποτελεσματική κριτική στη θρησκεία έγινε από τους φιλοσόφους του Διαφωτισμού. Επέλεξα από το βιβλίο αυτό μερικά αποσπάσματα τα οποία αν τα διαβάσετε θα καταλάβετε γιατί κάνω αυτά τα σχόλια και τι θέλω να πω με το εισαγωγικό μου κείμενο.
Π.Σ.
Ο Διαφωτισμός για τη Θρησκεία
Τα νερά της πολιτικής αποδείχτηκαν απατηλά για τους φιλοσόφους. Δεν ήταν βέβαιοι αν ήθελαν οι ίδιοι εξουσία ή αν προτιμούσαν να ασκούν κριτική στον ηγεμόνα με το προνόμιο του ειδήμονα.
Ωστόσο, στην περίπτωση της θρησκείας πατούσαν σε πιο στέρεο έδαφος.
Καμιά θρησκεία που βρισκόταν εκτός της δικαιοδοσίας της προσωπικής τους κρίσης δεν ήταν αποδεκτή. Για πολλά φωτισμένα μυαλά, η θρησκεία ήταν απαράδεκτη υπο κάθε κατεστημένο σχήμα ή μορφή.
Σημαντικοί στοχαστές του Διαφωτισμού θλίβονταν και οργίζονταν με τις διάφορες πνευματικές και θεσμικές εκφάνσεις, τις οποίες έβλεπαν παντού ολόγυρά τους. Πολλοί από τους κυριότερους φιλοσόφους- ιδίως εκείνοι από τη Γαλλία και την Αγγλία- χλεύαζαν και εξαπέλυαν πικρόχολες επιθέσεις ενάντια στον παραλογισμό της χριστιανικής θεολογίας, στη λύσσα για εξουσία και στη διαφθορά των εκκλησιών (κυρίως του Βατικανού) καθώς και στην ολέθρια εξουσία που ασκούσε η τυφλή πίστη στις ζωές των ανθρώπων.
Για κάποιους, κυρίως, για τον Βολταίρο, τον Ντιντερό και τον Ντ’ Ολμπάχ, η χειραφέτηση της ανθρωπότητας από τη θρησκευτική τυραννία έπρεπε να είναι το πρώτο πλήγμα που θα επιτύγχανε μια γενικότερη πολιτική χειραφέτησης αφού το άτομο που διακατέχεται από μια ψευδή πίστη δεν μπορεί να γίνει κύριος του εαυτού του.
Στην «Παρακμή και πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας», ο Έντουαρντ Γκίμπον υποστήριξε ότι ο χριστιανισμός δεν είχε μικρότερη ευθύνη από τους βάρβαρους εισβολείς για την κατεδάφιση αυτού του μεγαλοπρεπούς πολιτισμικού οικοδομήματος και, άρα, για την έλευση μιας σκοτεινής χιλιετίας.
Ο Τρένσαρντ, ο Σάφτσμπερι και οι Ντεϊστές στην Αγγλία, ο Φοντενέλ, ο Μπουλανζέ και άλλοι στη Γαλλία, υποστήριξαν ότι η διαδεδομένη πίστη στην ύπαρξη οργίλων θεών θα έπρεπε κυρίως να ερμηνευτεί ως η άρρωστη αντίδραση του πρωτόγονου νου ο οποίος τρομάζει με το άγνωστο και στέκεται ανίσχυρος απέναντι στις δυνάμεις της Φύσης. Ό,τι φοβούνταν οι πρωτόγονοι, το μετέτρεπαν σε αντικείμενο δουλικής λατρείας. Επινόησαν τη μαγεία και τις θρησκείες για να κατευνάσουν αυτούς τους μυθικούς θεούς.
Στις «Περσικές επιστολές», ο Μοντεσκιέ, μιλώντας με τη φωνή ενός Πέρση ταξιδιώτη, αποκάλεσε τον Πάπα «μάγο». Στο ίδιο πνεύμα ο Βαρόνος ντ’ Όλμπαχ παρουσίασε τη θρησκεία σαν ένα νηπιώδη πρόδρομο της επιστήμης . Το πρωτόγονο μυαλό, υποστήριζε, πίστευε σε ψυχές και αγγέλους, σε δαίμονες και μάγισσες και σε άλλες παιδιάστικες φαντασιώσεις. Αντιθέτως, ο ώριμος ορθός λόγος απέδειξε ότι τίποτε από όλα αυτά δεν υπάρχει.
Το μόνο που υπάρχει είναι η Φύση και η Φύση είναι απλά ένα υλικό σύστημα φυσικών αντικειμένων τα οποία διέπονται από την κανονική δράση των αμετάβλητων νόμων της επιστήμης.
Ο Βολταίρος, προπάντων, ήταν ο Αντίχριστος του Διαφωτισμού.
Στη θέση του χριστιανικού δόγματος και της εκκλησίας ο Βολταίρος έλπιζε να εγκαταστήσει αυτό που ο Gay  αποκάλεσε «νεωτερικό παγανισμό».
Ο τελευταίος θα είχε τη μορφή μιας «φυσικής θρησκείας» μιας μη δογματικής πίστης σε έναν έλλογο, φιλάγαθο Θεό ο οποίος θα θεωρούνταν δημιουργός του νευτώνειου σύμπαντος και θα ήταν ο εγγυητής της δικαιοσύνης και της ηθικής μεταξύ των ανθρώπων.
Δίχως έναν τέτοιο Θεό, σκεφτόταν ο Βολταίρος, τι θα εμπόδιζε τους ανθρώπους να κάνουν κακό ατιμωρητί; (Γι αυτό τον λόγο έλεγε χαριτολογώντας ότι αν δεν υπήρχε Θεός θα ήταν ανάγκη να τον εφευρουμε).
Είναι σημαντικό να επιμείνουμε στο εύρος και την πολυπλοκότητα των στάσεων του Διαφωτισμού απέναντι στη θρησκευτική πίστη. Πολλοί λίγοι διανοούμενοι επιθυμούσαν να αντικαταστήσουν τη θρησκεία με την πλήρη αθεϊα. Οι περισσότεροι πίστευαν ότι η επιστήμη και η φιλοσοφία, αν και προκαλούσαν αμφιβολίες για την ύπαρξη του χριστιανικού, βιβλικού, ανθρωπομορφικού «Θεού των θαυμάτων», έδειχναν, ωστόσο, ότι υπήρχε κάποια άρχουσα Θεότητα, ένας υπερφυσικός Δημιουργός, ένας Νούς και Σχεδιαστής του κόσμου… Και οι περισσότεροι φωτισμένοι διανοούμενοι πίστευαν ότι η ευπρέπεια υπαγόρευε μια ορισμένη εξωτερική συμμόρφωση με τις δημόσιες τελετές της κατεστημένης εκκλησίας είτε πίστευε κανείς σε αυτές είτε όχι.
Μια τέτοια ευπρεπής συμπεριφορά βοηθούσε στη διατήρηση της δέουσας κοινωνικής τάξης και της πολιτικής ειρήνης.
Πολλοί θεωρητικοί του Διαφωτισμού περίμεναν, σε κάθε περίπτωση, ότι μια καλά συγκροτημένη κοινωνία θα είχε μια «πολιτική» θρησκεία κατά το πρότυπο της αρχαίας Ρώμης, μια πίστη σχεδιασμένη να προάγει τον πατριωτισμό, το πνεύμα της κοινότητας και την αρετή.
Το σχόλιο του Γκίμπον για τη ρωμαϊκή θρησκεία ήταν ότι ο λαός την πίστευε ως αληθινή, οι φιλόσοφοι τη θεωρούσαν ψευδή και οι άρχοντες γνώριζαν ότι ήταν χρήσιμη.
Όπως ήταν αναμενόμενο, πολλοί φιλόσοφοι οι οποίοι αναγνώριζαν την ωφελιμότητα της ευλάβειας, υποστήριζαν ένα θρησκευτικό σύστημα δύο πυλώνων, με μια απλή, καθαρή, έλλογη θρησκεία για την ελίτ και με μια συναισθηματική πίστη η οποία θα έλεγχε το νου και τις καρδιές των πληβείων.
Τέτοιες πεποιθήσεις βρήκαν, τελικά, την έκφρασή τους στη λατρεία του Υπέρτατου Όντος, ενός νεωτερικού, ορθολογικού, αποχριστιανοποιημένου αντικειμένου λατρείας το οποίο επινοήθηκε κατά τη Γαλλική Επανάσταση.
Ο Λόκ υποστήριξε ότι ο σκεπτόμενος άνθρωπος πρέπει να είναι πιστός, ακριβώς επειδή τα κεντρικά δόγματα του χριστιανισμού- η πίστη σε ένα παντοδύναμο, παντογνώστη και πανάγαθο Δημιουργό, το καθήκον της λατρείας και της υπακοής στο Θεό κτλ- ήταν σύμφωνα με τον ορθό λόγο και την εμπειρία. Το να είσαι χριστιανός αποτελούσε μια έλλογη δέσμευση. Αλλά ο λογικός χριστιανός δεν ήταν υποχρεωμένος να αποδέχεται χαρακτηριστικά της παραδοσιακής πίστης μπροστά στα οποία η λογική του έκανε πίσω.
Κάποιοι μάλλον πιο «πρωτοποριακοί» υπέρμαχοι παρόμοιων μορφών «ορθολογικού χριστιανισμού» υποστήριζαν περαιτέρω ότι η ενσάρκωση του Χριστού, η ευαγγελική του αποστολή, τα θεραπευτικά του θαύματα κλπ, δεν ήταν αυσηρώς αναγκαία για να μεταδοθούν ουσιώδεις θρησκευτικές αλήθειες σε έλλογους ανθρώπους.
Ωστόσο, μια «εξ αποκαλύψεως θρησκεία» όπως αυτή της Καινής Διαθήκης ήταν απαραίτητη (κατά τον Άντονι Κόλλινς και άλλους «ελεύθερα σκεπτόμενους» Ντεϊστές, οι οποίοι εμφανίστηκαν στην Αγγλία στι αρχές του 18ου αιώνα) προκειμένου να τεθεί υπο έλεγχο το ανίκανο για σκέψη κοπάδι.
Φυσικά για κάποιους, το βήμα από το χριστιανισμό στη φυσική θρησκεία, οδηγούσε σε μια θρησκεία της ίδιας της Φύσης… Η Φύση είναι όλα όσα υπάρχουν και στο βαθμό που υπάρχει κάτι ιερό το οποίο απαιτεί λατρεία, αυτό είναι η ίδια η Φύση. Ο Σπινόζα, ο σημαντικός φιλόσοφος του 17ου αιώνα, είχε εισηγηθεί την επιδραστική ιδέα ότι ο «Θεός» είναι το ίδιο με τη «Φύση».
Με άλλα λόγια, οι διανοούμενοι του 18ου αιώνα προσπάθησαν να ανακαλύψουν ή να διαμορφώσουν μια θρησκεία κατάλληλη για τους καιρούς.
Οι «μύθοι»
Οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού διατείνονταν ότι είχαν δυναμιτίσει ξεπερασμένους θρησκευτικούς «μύθους» για τον άνθρωπο και τη θέση του στη φύση υπο τον Θεό και τους είχαν αντικαταστήσει με αληθινή επιστημονική γνώση , αντικειμενικά θεμελιωμένη στα γεγονότα.
Πολλοί ιστορικοί τους επαινούν γι αυτή τους τη ρήξη με τον «μυθοποιητικό» τρόπο σκέψης και για την πρόοδό τους «από το μύθο στο λόγο».
Όμως, είναι καλύτερο να ειπωθεί ότι αυτό που ουσιαστικά έκαναν οι φιλόσοφοι ήταν να αντικαταστήσουν το χριστιανικό μύθο με έναν επιστημονικό. Με έναν μύθο καταλληλότερο για μια εποχή τεχνολογίας και εκβιομηχάνισης.
Έχουμε ήδη επισημάνει ότι οι δύο μύθοι έχουν αξιοσημείωτα παρόμοια δομή.
Όπως υποστήριξε ο Carl Becker στο βιβλίο του με τον πνευματώδη τίτλο Heavenly City of the Eighteenth –Century Philosophers, η ιδέα της φυσικής κατάστασης, όπως την ανέπτυξαν οι φιλόσοφοι της θεωρησιακής ιστορίας, παρουσιάζει μυστηριώδη ομοιότητα με τον Κήπο της Εδέμ και την Πτώση, όπως τα συνέλαβε η χριστιανική θεολογία.
Παρομοίως, η ιδέα του Διαφωτισμού για απεριόριστη μελλοντική πρόοδο μπορεί να ιδωθεί ως εκκοσμίκευση του δόγματος του Παραδείσου.
Μακράν του να αποτελούν αδιάσειστα γεγονότα, οι έννοιες του ευγενούς αγρίου και της προόδου είναι τόσο αναπόδεικτες, συμβολικές και στηριγμένες σε προκαταλήψεις- ακόμα και στην πίστη, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει- όσο και οι χριστιανικές αντιλήψεις τις οποίες διαδέχτηκαν.
Η ιδέα ότι ο Διαφωτισμός δεν αντικατέστησε τη θρησκεία με την επιστήμη, αλλά τους παλιούς μύθους με νέους, δεν τον απομυθοποιεί. Σημαίνει, όμως ότι δεν πρέπει να εκλαμβάνουμε τους ισχυρισμούς του Διαφωτισμού στην ονομαστική τους αξία, αλλά να τους αντιμετωπίζουμε ως μια ιδιαίτερα αποτελεσματική προπαγάνδα .
Οι νέες κοινωνικές επιστήμες που ανέπτυξαν οι φιλόσοφοι ήταν ιδιαίτερα επικριτικές για τις χριστιανικές αντιλήψεις ως προς την ελέω Θεού εξουσία και για την φεουδαρχική ιεραρχία και υποτέλεια. Αλλά, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ο Ρουσώ ήταν μια από αυτές, δεν έκαναν καμιά αντίστοιχη διεισδυτική κριτική για την εμπορευματική κοινωνία και για την ιεροποίηση της ατομικής ιδιοκτησίας και του ατομικού συμφέροντος. Η εξύμνηση της προόδου από το Διαφωτισμό απέστρεφε με πολλούς τρόπους το βλέμμα της από τις εξίσου έντονες ανισότητες και από την καταπίεση που χαρακτήριζαν τη  εμπορευματική και βιομηχανική τάξη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου