Ετικέτες

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Πόλεις και μνημεία της Μακεδονίας


ΑΡΧΑΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Τις εύφορες πεδιάδες και τις οροσειρές της Μακεδονίας συνένωσαν σε κράτος που επεξέτεινε σταδιακά τα εδάφη του οι Αργεάδες Μακεδόνες. Όλες οι κατακτήσεις βέβαια δεν ενσωματώθηκαν στην καθαυτό Μακεδονία, τη χώρα δηλαδή που αποτελείτο από μακεδονικές κοινότητες, πόλεις ή άλλες ευρύτερες εγκαταστάσεις φύλων. Εκτός από τις τρεις διαδοχικές πρωτεύουσες, τις Αιγές, την Πέλλα και τη Θεσσαλονίκη, στο συνεχώς 
διευρυνόμενο βασίλειο άκμασαν και άλλες σημαντικές πόλεις, όπως η Αιανή, η Όλυνθος, η Αμφίπολη και η πόλη-ιερό του Δίου. Στην ακμή του μακεδονικού βασιλείου η καθαυτό Μακεδονία περιλάμβανε την περιοχή από την οροσειρά της Πίνδου στα δυτικά μέχρι και την κοιλάδα του Στρυμόνα στα ανατολικά. Από τον Πηνειό και το Αιγαίο πέλαγος στα νότια έφτανε μέχρι περίπου στα σημερινά ελληνικά σύνορα στα βόρεια. Κατά τη Ρωμαιοκρατία τα όρια της επαρχίας της Μακεδονίας εκτείνονταν από την Αδριατική στα δυτικά μέχρι τον Νέστο στα ανατολικά και από την πόλη Βυλάζωρα στα βόρεια μέχρι τον Σπερχειό στα νότια.
ΑΙΓΕΣ (ΒΕΡΓΙΝΑ)
Στα δυτικά, νοτιοδυτικά πέρατα της πεδιάδας της Θεσσαλονίκης, στις βόρειες παρυφές των Πιερίων, ανατολικά του Αλιάκμονα, βρίσκονται η Βεργίνα και τα Παλατίτσια, δύο γειτονικά χωριά που ορίζουν το χώρο της πόλης των Αιγών, μακεδονικής πρωτεύουσας ως τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. και βασιλικής νεκρόπολης. Οι ανασκαφές που ξεκίνησαν το 1861 από τον Γάλλο αρχαιολόγο L. Heuzey και συνεχίζονται από το 1938 έως τις μέρες μας από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και την Αρχαιολογική Υπηρεσία έχουν φέρει στο φως τα μνημειώδη ανάκτορα, τμήμα της αρχαίας πόλης και της οχύρωσής της με το θέατρο και τα ιερά αφιερώματα στην Εύκλεια και τη Μητέρα των Θεών, καθώς και πολυάριθμους μακεδονικούς τάφους ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν αυτοί της Μεγάλης Τούμπας. Παράλληλα, στα βόρεια της αρχαίας πόλης έχουν ανασκαφεί τμήματα του Προϊστορικού νεκροταφείου καθώς και ταφές που χρονολογούνται έως και τους πρώιμους κλασικούς χρόνους.
ΠΕΛΛΑ
Στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. η πρωτεύουσα του μακεδονικού βασιλείου μεταφέρθηκε στην Πέλλα, στις όχθες της Λουδιακής λίμνης που επικοινωνούσε με το Θερμαϊκό κόλπο. Η ευκολία πρόσβασης μέσω της ανοιχτής πεδιάδας βοήθησε στην ανάπτυξη της πόλης. Φυσιογνωμίες του πνεύματος και της τέχνης από τη νότια Ελλάδα συρρέουν στη μακεδονική αυλή σε μια περίοδο διοικητικής και στρατιωτικής αναδιοργάνωσης. Με τον Φίλιππο Β’ και τον Αλέξανδρο Γ’ η Πέλλα γίνεται μια μεγαλούπολη με επιβλητικό ανακτορικό συγκρότημα και πολυτελείς ιδιωτικές κατοικίες. Η πόλη που απομονώνεται σταδιακά από τη θάλασσα λόγω των προσχώσεων του Αξιού, του Αλιάκμονα και του Λουδία, επεκτείνεται και αναδιοργανώνεται από τον Κάσσανδρο. Η ρυμοτομημένη με το ιπποδάμειο σύστημα Πέλλα έχει ισχυρό πλίθινο τείχος, επιμελημένο υδροδοτικό και αποχετευτικό σύστημα, μεγάλους πλακοστρωμένους δρόμους που καταλήγουν στο λιμάνι, κεντρικό συγκρότημα αγοράς με εργαστήρια παραγωγής και καταστήματα πώλησης προϊόντων αγγειοπλαστικής, κοροπλαστικής, μεταλλικών αντικειμένων και ειδών διατροφής. Στα ιερά της πόλης λατρεύονται η Αθηνά Αλκίδημος, ο Ποσειδώνας, ο Ηρακλής, η Αφροδίτη, η Δήμητρα κ.ά. Αν και η πόλη λεηλατήθηκε από τους Ρωμαίους δεν σταμάτησε να ζει ως τις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ., οπότε και καταστρέφεται πιθανόν από σεισμό. Το 30 μ.Χ. οργανώθηκε η ρωμαϊκή αποικία της Πέλλας (Colonia Pellensis) στα δυτικά της πόλης στη θέση της σημερινής Νέας Πέλλας.
ΑΡΧΑΙΑ ΒΕΡΟΙΑ
Στις ανατολικές υπώρειες του Βερμίου, ΝΔ της Πέλλας, βρισκόταν η Βέροια, μία από τις πιο σημαντικές πόλεις της Μακεδονίας κατά τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια. Η θέση κατοικήθηκε συνεχώς τουλάχιστον από τον 5ο αιώνα π.Χ. Οικιστικά κατάλοιπα της κλασικής περιόδου δεν διασώζονται, όμως τα νεκροταφεία με τα πλούσια κτερίσματα στους λακκοειδείς τάφους μαρτυρούν την ύπαρξη μιας πόλης. Μεγάλη ακμή γνώρισε η Βέροια κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Έχουν ανασκαφεί τμήματα ισχυρού τείχους, λείψανα δημόσιων κτιρίων και σταδίου, και νεκροταφεία με λαξευτούς, λακκοειδείς και μακεδονικούς τάφους. Σύμφωνα με τις επιγραφές η πόλη, που ήταν ίσως χτισμένη κατά το ιπποδάμειο σύστημα, διέθετε γυμνάσιο, καθώς και ιερά αφιερωμένα στον Ηρακλή Κυναγίδα, τον Ασκληπιό, την Αθηνά, την Εννοδία κ.ά. Ανθηρά τοπικά εργαστήρια παρήγαν αγγεία και πήλινα ειδώλια υψηλής ποιότητας. Η Βέροια αναπτύχθηκε ιδιαίτερα κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, οπότε και έγινε η δεύτερη σε σπουδαιότητα μετά τη Θεσσαλονίκη μακεδονική πόλη. Η ευνοϊκή προς αυτή ρωμαϊκή διοίκηση της απένειμε τιμητικούς τίτλους. Η πόλη ως έδρα του Κοινού των Μακεδόνων αποτελούσε κέντρο της αυτοκρατορικής λατρείας και γνώρισε μεγάλη καλλιτεχνική άνθηση ως το τέλος του 3ου αι. μ.Χ. οπότε προχώρησε σε μία νέα φάση της ιστορικής πορείας της.
Χάλκινη μορφή λουόμενης, η γνωστή ως ‘κόρη της Βέροιας’, 3ος αι. π.Χ., Μόναχο
ΑΙΑΝΗ
Η Αιανή βρίσκεται νότια της σημερινής Κοζάνης και αποτελούσε στην αρχαιότητα την πρωτεύουσα του βασιλείου της Ελίμειας στην Άνω Μακεδονία. Σε λόφο της περιοχής έχουν ανακαλυφθεί και ανασκάπτονται εκτεταμένα ερείπια μιας πόλης που κατοικήθηκε από τα προϊστορικά χρόνια ως τον 1ο αιώνα π.Χ. Η πόλη που είχε χτιστεί σύμφωνα με το ελεύθερο πολεοδομικό σύστημα, διατασσόταν σε αλλεπάλληλα άνδηρα και περιλάμβανε μεγάλα δημόσια στωικά οικοδομήματα, κυκλική δεξαμενή και άλλες εγκαταστάσεις υδροδότησης καθώς και πολλές κατοικίες. Τα περισσότερα κτίρια διαρθρώνονταν σε πολλαπλά επίπεδα εξαιτίας της διαμόρφωσης του εδάφους. Γύρω από το λόφο απλώνονται εκτεταμένα νεκροταφεία και συστάδες τάφων που χρονολογούνται από την ύστερη εποχή του Χαλκού ως το τέλος της ελληνιστικής περιόδου. Στη νεκρόπολη των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων βρέθηκαν κτιστοί θαλαμωτοί και κιβωτιόσχημοι τάφοι, καθώς και ένα ηρώο, που πρέπει να ανήκαν σε μέλη της ανώτατης κοινωνικής τάξης του βασιλείου της Ελίμειας. Τα πλούσια κτερίσματα των τάφων και τα ευρήματα στην περιοχή της πόλης φανερώνουν την ύπαρξη εμπορικών και πολιτιστικών σχέσεων με τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο και την άνθηση τοπικών εργαστηρίων μεταλλοτεχνίας, κοροπλαστικής και αγγειοπλαστικής. Πρόκειται δηλαδή για μία πλήρως οργανωμένη ήδη από τους κλασικούς χρόνους πόλη, η ανακάλυψη της οποίας ανατρέπει παλαιότερες θεωρίες για πολιτιστική απομόνωση της Άνω Μακεδονίας σε αυτήν την πρώιμη περίοδο.
Πήλινο γυναικείο ειδώλιο από την Αιανή, μέσα 6ου αι. π.Χ.
ΔΙΟΝ
Στους βόρειους πρόποδες του Ολύμπου βρισκόταν το θρησκευτικό κέντρο των Μακεδόνων, το Δίον. Εκεί τελούνταν από το τέλος του 5ου ως τον 2ο αιώνα π.Χ. τα «Ολύμπια τα εν Δίω», θεατρικοί και γυμνικοί αγώνες αφιερωμένοι στον Ολύμπιο Δία (Β 132) και τις Πιερίδες Μούσες. Η μικρή σε έκταση πόλη του Δίου περιβαλλόταν από τετράγωνο οχυρωματικό περίβολο και ήταν διαρθρωμένη σύμφωνα με το ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα. Στα οικοδομικά τετράγωνα υψώνονταν πολυτελείς οικίες διακοσμημένες με ψηφιδωτά και έργα τέχνης, καταστήματα, θέρμες εργαστήρια. Έξω από τα τείχη της πόλης βρίσκονταν θέατρα, στάδιο και ιερά. Έχουν εντοπιστεί και ανασκάπτονται τα ιερά του Διός και των Μουσών, της Δήμητρας, του Διονύσου και της Ίσιδας καθώς και δύο θέατρα, ένα ελληνιστικό και ένα ρωμαϊκό. Τα νεκροταφεία του Δίου απλώνονται στα βόρεια και δυτικά της πόλης και περιλαμβάνουν ταφές από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. ως τις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. Με διαταγή του Αυγούστου ιδρύθηκε αμέσως μετά το 31 π.Χ. ρωμαϊκή αποικία στο Δίον. Παρά την εγκατάσταση των Ρωμαίων αποίκων η πόλη διατήρησε τον ελληνικό της χαρακτήρα, όπως πιστοποιεί το πλήθος των ελληνικών επιγραφών. Στα πρωτοβυζαντινά χρόνια χτίζονται στην πόλη βασιλικές, ενώ η παρακμή επέρχεται σταδιακά κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ.
Κάτοψη του αρχαιολογικού χώρου του Δίου, 420 π.Χ. – 500 μ.Χ.
ΑΡΧΑΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Το 315 π.Χ. ο Κάσσανδρος ίδρυσε κοντά στη Θέρμη την πόλη που έμελλε να αναδειχτεί τρίτη πρωτεύουσα του μακεδονικού βασιλείου με το όνομα της ετεροθαλούς αδελφής τού Αλέξανδρου Γ’ και συζύγου του Θεσσαλονίκης. Στην περιοχή υπάρχουν ίχνη συνεχούς κατοίκησης από τη Νεολιθική εποχή (Καραμπουρνάκι, Άνω Τούμπα, Σταυρούπολη, κ.ά.), ενώ από τον προϋπάρχοντα οικισμό της Θέρμης στο μυχό του ομώνυμου κόλπου σώζονται αρχιτεκτονικά μέλη από μεγάλο ιωνικό ναό του τέλους του 6ου αιώνα π.Χ. Η ελληνιστική πόλη, αποτέλεσμα του συνοικισμού 26 οικισμών της περιοχής, χτίστηκε σύμφωνα με το ιπποδάμειο σύστημα και ενισχύθηκε με ευρύχωρη ακρόπολη και τείχος. Μετά την ήττα του Περσέα στην Πύδνα (168 π.Χ.) η πόλη γίνεται πρωτεύουσα της «Δευτέρας» από τις τέσσερις μερίδες στις οποίες οι Ρωμαίοι διαίρεσαν τη Μακεδονία. Σε οδικά νευραλγικό σημείο η πόλη αποτελεί το διοικητικό και οικονομικό κέντρο που στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. είναι η πιο πολυάνθρωπη πόλη της Επαρχίας της Μακεδονίας. Από τα ιδρυτικά μέλη του Πανελληνίου που ίδρυσε το 132/131 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Αδριανός, η Θεσσαλονίκη τελεί κάθε τέσσερα χρόνια τους οικουμενικούς αγώνες των Πυθίων και δέχεται τους τιμητικούς τίτλους της «Μητρόπολης» και της «Κολωνίας». Ως έδρα του τετράρχη Γαλέριου γνωρίζει άνθηση, ενώ χάρη στον Μεγάλο Κωνσταντίνο αποκτάει και τεχνητό λιμάνι.
Τοπογραφικό σχέδιο της Θεσσαλονίκης με τα αρχαία μνημεία της πόλης, 315 π.Χ.-324 μ.Χ.
ΑΓΟΡΑ ΑΡΧΑΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Στο χώρο όπου ίσως βρισκόταν και η ελληνιστική αγορά, εκτείνονται και τα κτιριακά συγκροτήματα της εποχής των Αντωνίνων και των Σεβήρων (2ος-3ος αιώνας μ.Χ.). Λόγω της κλίσης του εδάφους, ο χώρος οργανώθηκε σε δύο επίπεδα (Άνω και Κάτω Αγορά) που συνδέονταν με λίθινη κλίμακα. Την πλακοστρωμένη τετράγωνη άνω πλατεία περιέβαλλαν στωικά οικοδομήματα με δίτονες κιονοστοιχίες και διακοσμημένα δάπεδα. Στην ανατολική πλευρά της βρισκόταν η βιβλιοθήκη και το ωδείο που στηριζόταν σε καμαροσκέπαστες στοές. Από τη μεγάλη υψομετρική διαφορά με την Κάτω Αγορά (τη Μεγαλοφόρο των Βυζαντινών) διαμορφώθηκε κάτω από τη νότια στοά ένας cryptoporticus που είχε πρόσοψη προς το κατώτερο επίπεδο και χρησίμευε ως αναλημματικός τοίχος της Άνω Αγοράς και τόπος καταφυγής σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Η πρόσοψη του όλου συγκροτήματος του Forum προς τη Via Regia (τη σύγχρονη Εγνατία οδό) ήταν μεγαλοπρεπής, καθώς η δίτονη νότια στοά της Κάτω Αγοράς έφερε ανάγλυφες μορφές Μαινάδας, Διονύσου, Γανυμήδη κ.ά. [οι γνωστές ως Incantadas (=Μαγεμένες) ή Είδωλα, σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου] και εξέδρα στα ΝΑ.
Ανάγλυφη μορφή Διονύσου από τη στοά των Incantadas της αγοράς
της Θεσσαλονίκης, 2ος-3ος αι. μ.Χ., Παρίσι, Musee du Louvre
ΓΑΛΕΡΙΑΝΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΚΑΙ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΣ
Στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. ο τετράρχης Γαλέριος επεξέτεινε τα ανατολικά όρια της πόλης που έκανε πρωτεύουσά του για να ανοικοδομήσει μια σειρά κτιρίων για προσωπική του κυρίως χρήση. Διατεταγμένο σε ευθεία με άξονα Β-Ν το Γαλεριανό συγκρότημα περιλάμβανε: τη Ροτόντα (πλινθόκτιστο κυκλικό κτίριο με τρούλο και οπαίο) για μαυσωλείο του Γαλέριου ή Πάνθεον, τη Θριαμβική Αψίδα (Καμάρα) με ανάγλυφες παραστάσεις που μαζί με στεγασμένη αίθουσα διαμόρφωνε μνημειακό πρόπυλο για την πομπική οδό που οδηγούσε στη Ροτόντα, ορθογώνια αταύτιστη ακόμη αίθουσα με τοιχογραφίες και ψηφιδωτό δάπεδο μαζί με δεύτερη συνεχόμενη με ημικυκλική αψίδα, το Ανάκτορο (τετράπλευρο, διώροφο τοιχογραφημένο οικοδόμημα με διάρθρωση παρόμοια εκείνης των ρωμαϊκών στρατοπέδων) με κύρια είσοδο προς τη θάλασσα (την Εκκλησιαστική Σκάλα) και το Οκτάγωνο (οκταγωνικό διώροφο κτίριο με πλούσια διακόσμηση) ίσως η αίθουσα θρόνου του Τετράρχη. Αναπόσπαστο τμήμα του ανακτορικού συγκροτήματος αποτελούσε ο Ιππόδρομος, τμήματα του οποίου έχουν εντοπιστεί κάτω από την ομώνυμη σημερινή πλατεία (διάδρομοι, υποδομή εδράνων). Ο Ιππόδρομος βρισκόταν σε επαφή με το ανακατασκευασμένο ανατολικό σκέλος του οχυρωματικού περιβόλου και είχε έκταση 30.000 τ.μ. Το τέλος της χρησιμοποίησής του σηματοδοτείται από τη σφαγή των συγκεντρωμένων στο χώρο θεατών που διέταξε ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος το 390 μ.Χ. με αφορμή εξέγερση πολιτών εναντίον της γοτθικής φρουράς και του αρχηγού της Βουτέριχου.
Το Οκτάγωνο από το ανακτορικό συγκρότημα του Γαλερίου, 305-311 μ.Χ., Θεσσαλονίκη
ΟΛΥΝΘΟΣ
Η Όλυνθος, που το προελληνικό όνομά της σημαίνει άγρια συκιά, ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα π.Χ. στη Χαλκιδική από τους Βοττιαίους. Η πόλη χτισμένη σε λόφο σύμφωνα με το ελεύθερο σύστημα, καταστράφηκε από τους Πέρσες το 479 π.Χ. και παραδόθηκε στους Χαλκιδείς. Το 432 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας Περδίκκας Β’ έπεισε τις πόλεις της Χαλκιδικής να αποστατήσουν από την Αθηναϊκή Συμμαχία και να συστήσουν το Κοινό των Χαλκιδέων. Οι κάτοικοι των πόλεων αυτών εγκατέλειψαν τις εστίες τους και συνοικίστηκαν στην Όλυνθο. Η πόλη ξαναχτίστηκε σ’ ένα λόφο βόρεια της παλιάς φάσης για να δεχτεί τους Χαλκιδείς. Ως έδρα του Κοινού των Χαλκιδέων γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη. Στο τέλος του 5ου αιώνα π.Χ. αριθμούσε 15.000 κατοίκους και στο α’ μισό του επόμενου αιώνα έγινε η ισχυρότερη πόλη της χερσονήσου. Η κλασική Όλυνθος ήταν οργανωμένη κατά το ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα και περιβαλλόταν με τείχος. Οι πλατιές λεωφόροι και οι μεγάλες καλοχτισμένες οικίες που κοσμούνταν με ψηφιδωτά στα δάπεδα και κονιάματα στους τοίχους φανερώνουν την ευημερία της πόλης. Η Όλυνθος που αντιστάθηκε στα επεκτατικά σχέδια του Φιλίππου Β’ καταστράφηκε ολοσχερώς από το Μακεδόνα βασιλιά το 348 π.Χ.
ΑΡΧΑΙΑ ΑΜΦΙΠΟΛΗ
Ανάμεσα στον πλωτό Στρυμόνα και το πλούσιο σε ναυπηγήσιμη ξυλεία και πολύτιμα μέταλλα Παγγαίο, σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα, στο σταυροδρόμι οδικών αρτηριών, ιδρύθηκε από τους Αθηναίους το 437 π.Χ. η Αμφίπολη. Ισχυρό μακεδονικό φρούριο μετά την κατάληψή της από τον Φίλιππο Β’ το 357 π.Χ. και έδρα βασιλικού νομισματοκοπείου αναπτύσσεται σε ισχυρό στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο που συμβάλλει στον εξελληνισμό της Θράκης. Στα ρωμαϊκά χρόνια ως πρωτεύουσα της «Πρώτης» μερίδας, ακμάζει λόγω της διέλευσης της Εγνατίας. Το ελληνιστικό τείχος της παρουσιάζει ενδιαφέρον καθώς διαθέτει σύστημα αποχέτευσης όμβριων υδάτων, ενώ μία ξύλινη γέφυρα ένωνε την μία από τις πέντε πύλες του με την απέναντι όχθη του Στρυμόνα. Λίγα είναι τα ιερά των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων που σώζονται. Ανάμεσα στα δημόσια κτίρια ξεχωρίζει το Γυμνάσιο (πιθανότατα 3ος αιώνας π.Χ.-1ος αιώνας μ.Χ.) με τη μνημειακή κλίμακα, την πλαισιωμένη από στοές αυλή, την παλαίστρα, τις δεξαμενές και το σύστημα υδροδότησής του. Η κοινωνική διαστρωμάτωση (γεωργοί, έμποροι, βιοτέχνες, τεχνίτες) διαφαίνεται εκτός από τις οικίες και από τα εκτός των τειχών νεκροταφεία της πόλης (μακεδονικοί, κιβωτιόσχημοι, κεραμοσκεπείς τάφοι). Έξω από τα τείχη βρίσκεται και ο γνωστός Λέων της Αμφίπολης, ίσως ταφικό μνημείο του ναυάρχου Νεάρχου. Τα ευρήματα όλων των εποχών δείχνουν πλούσια καλλιτεχνική παραγωγή με πολύμορφες επιδράσεις καθώς και λειτουργία ακμαζόντων εργαστηρίων τορευτικής, κοροπλαστικής και πλαστικής.
Άποψη του συγκροτήματος του γυμνασίου της Αμφίπολης, 3ος αι. π.Χ.- 1ος αι. μ.Χ.
ΑΡΧΑΙΟΙ ΦΙΛΙΠΠΟΙ
Το 360 π.Χ. Θάσιοι άποικοι ίδρυσαν στη θέση των μεταγενέστερων Φιλίππων μία πόλη που ονομάστηκε Κρηνίδες. Η αποικία βρισκόταν πάνω στο δρόμο που οδηγούσε στην ενδοχώρα, διέθετε εύφορη γη, δυνατότητα εύκολης εκμετάλλευσης της ναυπηγήσιμης ξυλείας των δασών και κυρίως ήλεγχε δύο πλούσιες σε χρυσό και άργυρο περιοχές, το Παγγαίο και τον Όρβηλο. Το 356 π.Χ. ο Φίλιππος Β’ κατέκτησε αυτή την εξαιρετικά επίκαιρη θέση και τη μετονόμασε σε Φιλίππους. Η πόλη οχυρώθηκε και δέχτηκε την εγκατάσταση Μακεδόνων αποίκων. Ο εντοπισμός νέας πηγής χρυσού στην περιοχή επιβεβαίωσε τη σημασία των Φιλίππων για το μακεδονικό κράτος. Η ευημερία της πόλης συνεχίστηκε και κατά την ελληνιστική περίοδο. Από τη φάση αυτή δεν σώζονται πολλά μνημεία, καθώς η διαρκής κατοίκηση ως το τέλος των πρωτοβυζαντινών χρόνων κάλυψε τα προγενέστερα κτίρια. Γνωρίζουμε πάντως ότι οι Φίλιπποι ήταν χτισμένοι σύμφωνα με το ιπποδάμειο σύστημα, περιβάλλονταν από τείχη που ξεκινούσαν από την ακρόπολη στην κορυφή του λόφου, και διασχίζονταν από έναν κύριο δρόμο με κατεύθυνση Α-Δ την πορεία του οποίου ακολούθησε αργότερα η Εγνατία οδός. Η πόλη διέθετε επίσης θέατρο και δύο σημαντικά για τη λατρευτική ζωή της ηρώα. Προς το τέλος της ελληνιστικής περιόδου οι Φίλιπποι παρήκμασαν σταδιακά. Γνώρισαν όμως νέα άνθηση κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους.
Χρυσό στεφάνι με φύλλα βαλανιδιάς από μακεδονικό τάφο της περιοχής των Φιλίππων, 2ος αι. π.Χ., Καβάλα, Αρχαιολογικό Μουσείο
ΟΙ ΡΩΜΑΪΚΟΙ ΦΙΛΙΠΠΟΙ
Σημαντικό γεγονός για την ιστορία των Φιλίππων υπήρξε η μάχη που διεξήχθη το 42 π.Χ. έξω από τα τείχη της πόλης ανάμεσα στους Ρωμαίους δημοκρατικούς Βρούτο και Κάσσιο και τους εκδικητές του Ιούλιου Καίσαρα Οκταβιανό και Αντώνιο. Μετά τη μάχη ιδρύθηκε στους Φιλίππους ρωμαϊκή αποικία και εγκαταστάθηκαν εκεί βετεράνοι. Η χρήση των ρωμαϊκών θεσμών και της λατινικής γλώσσας στη διοίκηση δεν εξάλειψε την ελληνική γλώσσα από την πόλη. Η ρωμαϊκή αποικία των Φιλίππων γνώρισε μεγάλη άνθηση στους αιώνες που ακολούθησαν. Την πόλη διέσχιζε διαγώνια η Εγνατία οδός. Στο νότιο τμήμα βρίσκονταν τα δημόσια κτίρια, όπως το forum (αγορά) των Φιλίππων, ναοί της αυτοκρατορικής λατρείας, η βιβλιοθήκη, η εμπορική αγορά, τα λουτρά και η παλαίστρα. Βόρεια της Εγνατίας οδού στις πλαγιές του λόφου της ακρόπολης είχε ανεγερθεί το ιερό των Αιγυπτίων θεών καθώς και μικρά ιερά αφιερωμένα σε διάφορες άλλες θεότητες. Στο ίδιο τμήμα βρισκόταν και το μνημειακό θέατρο των Φιλίππων θεμελιωμένο από τον Φίλιππο Β’. Η ζωή της πόλης των Φιλίππων σημαδεύτηκε από την επίσκεψη του Αποστόλου Παύλου (49 μ.Χ.), που έθεσε τις βάσεις μιας ακμάζουσας χριστιανικής κοινότητας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου