Ετικέτες

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

Γεωπολιτική: Η Διατλαντική Ένωση, η μεγάλη απειλή (1)

Alain de Benoist  (Γαλλία)      (μτφ. Κριστιάν)
Με διαπραγμάτευση που διεξάγεται υπό καθεστώς πλήρους αδιαφάνειας από τον Ιούλιο 2013, μεταξύ των  Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Διατλαντικός Συνεταιρισμός για το Εμπόριο και τις Επενδύσεις έχει ως στόχο να δημιουργήσει μια τεράστια περιοχή ελεύθερου εμπορίου. 
Στόχος: να δημιουργήσει ένα ευρω-ατλαντικό χώρο υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ.  
Αποκαλύψεις για ένα τερατούργημα.
Κανείς δεν μιλά για αυτή την υπόθεση ενώ πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα αυτής της αρχής του εικοστού πρώτου αιώνα. Και μία από τις μεγαλύτερες απειλές. 
Για τι πρόκειται; Για ένα σχέδιο «μεγάλης διατλαντικής αγοράς», από το οποίο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της Ευρώπης. 
Πρόκειται ακόμα και για τη μεγαλύτερη διμερή εμπορική συμφωνία που διαπραγματεύτηκε ποτέ, δεδομένου ότι πρόκειται να τεθεί σε εφαρμογή, με τη διεξαγωγή μιας ευρείας απορρύθμισης, μια τεράστια ζώνη ελεύθερου εμπορίου, που αντιστοιχεί σε μια αγορά πάνω από 800 εκατομμύρια καταναλωτές, το ήμισυ του παγκόσμιου ΑΕΠ και το 40% του παγκόσμιου εμπορίου. 
Εν ολίγοις, να δημιουργηθεί η μεγαλύτερη ζώνη ελεύθερων συναλλαγών στον κόσμο χάρη στη εμπορική και την οικονομική ένωση της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών. 
Η πλήρης «απελευθέρωση» των εμπορικών συναλλαγών είναι, ως γνωστόν, ένα παλιό σκοπό των οικονομικών και φιλελεύθερων κύκλων. 
Ο πρώτος γύρος των διαπραγματεύσεων, ο λεγόμενος «Γύρος της Ουρουγουάης (Uruguay Round )» είχε συμφωνηθεί τον Απρίλιο 1994 με τις συμφωνίες του Μαρακές, οι οποίες είχαν οδηγήσει ένα χρόνο μετά στη δημιουργία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). 
Το σχέδιο της μεγάλης διατλαντικής αγοράς, ωρίμασε ήσυχα για πάνω από είκοσι χρόνια στους διαδρόμους της εξουσίας τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στις Βρυξέλλες. Προσεγγίζονται εύκολα τα βήματα.
Νέα Διατλαντική Ατζέντα
Από τις 22 Νοεμβρίου 1990, ένα χρόνο μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη είχαν υιοθετήσει μια πρώτη «Διατλαντική Δήλωση» με την οποία δεσμεύονταν να «προωθήσουν τις αρχές της οικονομίας της αγοράς, να απορρίψουν τον προστατευτισμό, να ενισχύσουν περαιτέρω και να ανοίξουν περισσότερα τις εθνικές οικονομίες σε ένα πολυμερές εμπορικό σύστημα».
Στη συνέχεια, το Δεκέμβριο του 1995, πραγματοποιήθηκε μια συνάντηση κορυφής ΗΠΑ-ΕΕ, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι αναγκαίο να θεσμοποιηθεί η διατλαντική σχέση μέσω μιας κοινής δήλωσης πολιτικής δέσμευσης. Ήταν η «Νέα Διατλαντική Ατζέντα» (ΝΔΑ, NAT), που προωθήθηκε από τον Μπιλ Κλίντον, τον Jacques Santer, τότε Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και τον Felipe Gonzalez. 
Το 1995 καθιερώθηκε επίσης, με την επωνυμία του «Οικονομικού Διατλαντικού Διαλόγου» (ΟΔΑΔ, Transatlantic Business Dialogue, TABD) ένας συνασπισμός μεγάλων ιδιωτικών και πολυεθνικών εταιρειών ο οποίος άρχισε αμέσως έντονες πιέσεις lobbying για να ξεκινήσουν οι  διαπραγματεύσεις. 
Τρία χρόνια αργότερα, το Μάιο 1998, στη διάρκεια της σύνοδου κορυφής ΕΕ-ΗΠΑ στο Λονδίνο, υπογράφηκε η πρώτη διατλαντική οικονομική εταιρική σχέση.
Το σχέδιο επανενεργοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2005, στη σύνοδο κορυφής ΕΕ-ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον, με τη μορφή υπεύθυνης δήλωσης υπέρ μιας «Νέας Διατλαντικής Οικονομικής Εταιρικής Σχέσης». 
Στις 30 Απριλίου 2007, ιδρύθηκε ένα «Διατλαντικό Οικονομικό Συμβούλιο» από τον George W. Bush, Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, την Άντζελα Μέρκελ, τότε Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, και τον Χοσέ Μανουήλ Μπαρόζο, Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπό τη Κοινή διεύθυνση του Karel De Gucht, Ευρωπαίου Επίτροπου για το εμπόριο, και του Αμερικάνου  Μάικλ Φόρμαν. Ο νέος αυτός φορέας έθεσε ως στόχο να διαπραγματευτεί η διατλαντική αγορά σε όλες τις νομικές πτυχές του που σχετίζονται με την παραγωγή, το εμπόριο και τις επενδύσεις. Συμφωνήθηκε να συναντώνται κάθε χρόνο.  

Τον Μάιο 2008, ένα ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενέκρινε επίσημα το σχέδιο. Προέβλεπε την άρση όλων των εμποδίων στο εμπόριο και την απελευθέρωση των δημοσίων συμβάσεων, της πνευματικής ιδιοκτησίας και των επενδύσεων.
Μόλις εκλεγή, ο Μπαράκ Ομπάμα αποφάσισε να φέρει το σχέδιο σε μια συγκεκριμένη φάση. Οι Ευρωπαίοι δεν έμειναν πίσω. 
Στις 2 Φεβρουαρίου 2009, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ένα ψήφισμα σχετικά με «την κατάσταση των διατλαντικών σχέσεων» και καλούσε για την πραγματική δημιουργία μιας διατλαντικής αγοράς σύμφωνα με το πρότυπο του φιλελεύθερου μοντέλου που προνοεί την πλήρη ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, κεφαλαίων, υπηρεσιών και αγαθών. 
Το κείμενο διευκρίνιζε ότι η διατλαντική εταιρική σχέση βασίζεται «σε κοινές κεντρικές θεμελιώδεις αξίες όπως η δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου», και ότι έπρεπε  «να παραμείνει ο ακρογωνιαίος λίθος της εξωτερικής δράσης της Ένωσης».
Το ίδιο έγγραφο χαιρέτισε την «αυξανόμενη παρουσία οργανισμών αμερικανικής προέλευσης στις Βρυξέλλες», και τονούσε «τη σημασία του ΝΑΤΟ ως ακρογωνιαίο λίθο της διατλαντικής ασφάλειας», πρότεινε μια "σταδιακή ολοκλήρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών» , και δήλωσε υποστηρικτής της «άρσης των εμποδίων που δυσχεραίνουν τις επενδύσεις και τις διατλαντικές οικονομικές υπηρεσίες». 
Συνεπώς, κατηγορηματικές κατευθυντήριες γραμμές χωρίς δυνατή παρεξήγηση. 
Η διαδικασία, ως εκ τούτου, μπορούσε να ξεκινήσει, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εργαζομένη διπλά και πυρετωδώς από τον Ιανουάριο 2011.
Η Γαλλία κουφή…
Τον Φεβρουάριο 2013, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εκφραζόταν στη σειρά του «για μια παγκόσμια εμπορική συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ».
 Στις 13 Φεβρουαρίου, ο Ομπάμα υπέγραψε με τον José Manuel Barroso και τον Herman Van Rompuy μια δήλωση που υιοθετούσε την αρχή μιας συμφωνίας διατλαντικής εταιρικής σχέσης για το εμπόριο και τις επενδύσεις. Ο François Hollande, ο οποίος υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε τη Γαλλία, παρέμεινε κουφός και δεν παρέμβαινε. 
Στις 12 Μαρτίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε το σχέδιο εντολής για τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. 
Ως εκ τούτου, στις 14 Ιουνίου 2013, οι κυβερνήσεις των 27 κρατών μελών της ΕΕ ενέκριναν επισήμως την εντολή προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διαπραγματευθεί με την κυβέρνηση των ΗΠΑ τη δημιουργία μιας μεγάλης διατλαντικής κοινής αγοράς, η οποία πήρε το όνομα της Διατλαντικής Εταιρικής Σχέσης Εμπορίου και Επενδύσεων (ΔΕΣΕΕ, Transtlantic Trade and Investment Partnership, TTIP). 
Λίγες μέρες αργότερα, στις 17 Ιουνίου, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε έκθεση σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τη διαπραγμάτευση αυτής της εταιρικής σχέσης, που χαρακτηρίστηκε από τον José Manuel Barroso ως τη «μεγαλύτερη στον κόσμο».
Τα ψέματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Οι πρώτες επίσημες διαπραγματεύσεις άνοιξαν στην Ουάσιγκτον στις 8 Ιουλίου 2013, μετά τη σύνοδο κορυφής της G8 που είχε πραγματοποιηθεί τον προηγούμενο μήνα στη Βόρεια Ιρλανδία. 
Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθηκαν μέχρι στιγμής από τον κ. Karel De Gucht, ο οποίος διώκεται για φοροδιαφυγή στο Βέλγιο, επικουρούμενο από τον Ισπανό Ignacio Garcia Bercero, Διευθυντή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη και το Διμερές Εμπόριο. 
Οι εταίροι ελπίζουν να καταλήξουν σε συμφωνία μέχρι το 2015. 
Για ποιο σκοπό; 
Η κατάργηση των διατλαντικών εμπορικών φραγμών, λένε, θα φέρει μεταξύ 86 και 119 δις. ευρώ ανά έτος στην ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς και μεταξύ 65 και 90 δις. στις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονότα που θα οδηγήσουν, εντός δεκαπέντε χρόνων,  στη κατά μέσο όρο αύξηση 545 € για κάθε ευρωπαϊκό νοικοκυριό. 
Σύμφωνα με μια καλά λειτουργούσα τελετουργία, εξασφαλίζεται ότι η συμφωνία θα ωφελήσει όλο τον κόσμο, ότι θα έχει θετικό αντίκτυπο στην απασχόληση, κλπ..
Αναγόμενη για το 2027, έτος το οποίο επιλέκτηκε, τέτοιες υποσχέσεις είναι πράγματι όμως χωρίς νόημα. 
Το 1988, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε δηλώσει παρόμοια ότι η υλοποίηση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, που είχε προγραμματιστεί για το 1992, θα δημιουργούσε μεταξύ 2 και 5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. 
Ακόμα περιμένουμε. 
Όσον αφορά τις επιπτώσεις της διατλαντικής αγοράς, οι πιο αισιόδοξοι αναλυτές μιλούν για μερικά δέκατα της ποσοστιαίας μονάδας του ΑΕΠ (μεταξύ του 0,27% και 0,48%), ή για ένα «μεγαλύτερο περίσσευμα πλούτου» 3 σεντ ανά κεφαλή ημερησίως από το 2029. 
Το σχέδιο βασίζεται εξάλλου στις εξαγωγές ως μέσο για την τόνωση της ανάπτυξης. 
Θα είναι ένα εμπόδιο για οποιαδήποτε μετεγκατάσταση των παραγωγικών δραστηριοτήτων. Η αναμενόμενη αύξηση των εξαγωγών θα οδηγήσει αντίθετα σε απότομη αύξηση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση υποτίθεται αντίθετα ότι θα τις μείωνε. 
Αλλά το γεγονός που σοκάρει το περισσότερο τους παρατηρητές είναι η εξαιρετική αδιαφάνεια στην οποία διεξάγονται μέχρι σήμερα αυτές οι συζητήσεις. 
Ούτε η κοινή γνώμη ούτε οι εκπρόσωποι της είχαν πρόσβαση στη διαπραγματευτική εντολή. 
Η πολιτική τάξη, στο σύνολό της, έχει καταφύγει σε μια σιωπή που κόβει την ανάσα. 
Οι συνθήκες εμπιστευόμενες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την αποκλειστική αρμοδιότητα για το εμπόριο, δεν ενημερώνεται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. 
Πολλοί δεν διστάζουν να μιλούν για «εμπορικές μυστικές διαπραγματεύσεις» για να περιγράψουν αυτές τις διαπραγματεύσεις που λαμβάνουν χώρα κεκλεισμένων των θυρών.
Συνεχίζεται
Alain de Benoist

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου