Εορτάζοντες την  1ην του μηνός Φεβρουαρίου – Ο ΑΓΙΟΣ ΤΡΥΦΩΝ και προεόρτια της ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ
Ο ΑΓΙΟΣ ΤΡΥΦΩΝ και προεόρτια της ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ
Ό Άγιος αυτός ήταν από τη Λάμψακο της Φρυγίας και έζησε στα χρόνια των βασιλέων Γορδιανού (238-244), Φιλίππου και Δεκίου. Φτωχότατος στην παιδική του ηλικία, αναγκάσθηκε για κάποιο καιρό να βόσκει χήνες, για να μπορεί να ζήσει. Ενώ εξασκούσε την ταπεινή του δουλειά, συγχρόνως μελετούσε και την Αγία Γραφή και με πολύ ζήλο εκτελούσε τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Ή Άγια Γραφή, πού διάβαζε ο Τρύφων, μεταξύ άλλων λέει: «Ό Θεός ύπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν»1. Πού σημαίνει, ο Θεός τίθεται αντιμέτωπος στους υπερήφανους, στους ταπεινούς, όμως, δίνει χάρη. Πράγματι, ο ταπεινός Τρύφων με την ευσεβή φιλομάθεια του έγινε σιγά-σιγά Ικανός όχι μόνο να ξέρει πολλά ο ίδιος, αλλά και να τα διδάσκει. Τόσο δε ευνοήθηκε από τη θεία χάρη, ώστε και ασθένειες θεράπευε θαυματουργικά. Μάλιστα, ο βασιλιάς Γορδιανός, όταν έμαθε αυτά για τον Τρύφωνα, έστειλε και τον έφεραν να θεραπεύσει την άρρωστη κόρη του. Πράγματι, τη θεράπευσε και αφού αρνήθηκε τις τιμές και τα αξιώματα πού του πρόσφερε ο Γορδιανός, έφυγε ευγενικά. Στην εποχή, όμως, του Δεκίου (249-251), ο Τρύφων συλλαμβάνεται. Όμολογεί θαρραλέα το Χριστό, και χωρίς να φοβηθεί, εκφράζεται φλογερά κατά της ειδωλολατρίας. Τότε ο έπαρχος της Ανατολής Άκυλίνος, στη Νίκαια, διατάζει και τον δέρνουν σκληρά. Κατόπιν τον δένουν σ” άλογο και σε καιρό χειμώνα, τον σύρουν κατά γης σε δύσβατα και τραχεία μέρη. Έπειτα τον σύρουν γυμνό επάνω σε σιδερένια καρφιά, καίνε τις πλευρές του με αναμμένες λαμπάδες και τέλος τον καταδικάζουν σε αποκεφαλισμό. Άλλα πριν αποκεφαλιστεί, παραδίδει στον Θεό την μακάρια ψυχή του.

1. Παροιμίαι Σολομώντος, γ” 34.
Ο ΑΓΙΟΣ ΤΡΥΦΩΝ και προεόρτια της ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ1
Απολυτίκιο Ήχος δ”. Ταχύ προκατάλαβε.
Τρυφήν την άκήρατον, ιχνηλατών εκ παιδός, βασάνους ύπήνεγκας, υπέρ Χριστού του Θεού, και ήθλησας άριστα όθεν την των θαυμάτων, κομισάμενος χάριν, λύτρωσαι πάσης βλάβης, και παντοίας ανάγκης, Τρύφων Μεγαλομάρτυς, τους σε μακαρίζοντας.
Ο ΟΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΣ ο εν Γαλατία
Ό όσιος Πέτρος από τη Γαλατία, ήταν από τους μεγάλους εκείνους ασκητές, πού γνώριζαν να επιδρούν ευεργετικά και στην κοινωνική ζωή. Τελευταία και οριστική διαμονή του, αφού επισκέφθηκε την Παλαιστίνη, υπήρξε ή Αντιόχεια. ο όσιος Πέτρος είχε το χάρισμα να θεραπεύει θαυματουργικά ασθένειες, καθώς επίσης και τη δύναμη να μετακινεί τις καρδιές προς τις πνευματικές επιθυμίες και να απαλλάσσει τη φαντασία από τις ματαιότητες της επίδειξης και της πολυτέλειας. ο Κύρου Θεοδώρητος διηγείται, ότι οι συμβουλές του οσίου αυτού έπεισαν τη μητέρα του σε νεαρή ακόμα ηλικία να προτιμήσει τη σεμνή και απλή ενδυμασία, αφού παράτησε τις προηγούμενες κοσμικές συνήθειες της. Μ” αυτόν τον τρόπο ο όσιος έκοβε τη φιλαρέσκεια, από την οποία τόσες πτώσεις προέρχονται και σκανδαλισμοί, και έτσι έκανε μεγάλο καλό σε πολλές ψυχές και σε πολλές οικογένειες.
Ο ΟΣΙΟΣ ΒΕΝΔΙΜΙΑΝΟΣ (ή Βενδεδιανός)
Γεννήθηκε στα μέσα του Ε” αιώνα, από γονείς ευγενείς και πλούσιους, στη Μεγάλη Μυσία (αρχαία χώρα της Βορειοδυτικής Μικράς Ασίας). Μόναζε στο όρος το ονομαζόμενο της «Οξείας και μαθήτευε κοντά στον όσιο Αυξέντιο (του εν τω Βουνώ). Μετά τον θάνατο του διδασκάλου του αυτού, ο Βενδιμιανός μπήκε στη σχισμή μιας μεγάλης πέτρας, όπου έκτισε μικρό κελί και έμεινε εκεί 42 ολόκληρα χρόνια με αυστηρότατη άσκηση. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να επιτύχει μεγάλες νίκες κατά των δαιμόνων. Όταν κατάλαβε να πλησιάζει το τέλος της ζωής του, διηγήθηκε σ” αυτόν πού έγραψε τον βίο του οσίου Αυξεντίου τα της ζωής του, και αφού γονάτισε παρέδωσε την όσια ψυχή του.
Ο ΟΣΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ο Όμολογητής
Αρχιεπίσκοπος θεσσαλονίκης ορμώμενος εκ της των Αθηνών πόλεως.
Ο ΟΣΙΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ο Ομολογητής
Απεβίωσε ειρηνικά.
Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΙΩΝ και ΔΥΟ ΠΑΙΔΙΑ
Μαρτύρησαν δια ξίφους.
Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΡΙΩΝ
Μαρτύρησε αφού του έκοψαν τη γλώσσα.
Η ΑΓΙΑ ΠΕΡΠΕΤΟΥΑ και οι συν αυτή ΣΑΤΥΡΟΣ, ΡΕΥΚΑΤΟΣ, ΣΑΤΟΡΝΙΛΟΣ, ΣΕΚΟΥΝΔΟΣ ΚΑΙ ΦΗΛΙΚΙΤΑΤΗ
Ήταν από την Καρχηδόνα (Θουβριτανών της Αφρικής), έγγαμη και μητέρα ενός μικρού παιδιού. Διακρινόταν όχι μόνο για την ευσέβεια της, αλλά και για την εργασία της υπέρ της πίστεως, αν και ήταν μόλις 22 χρονών. Καταγγέλθηκε το 203 στον χιλίαρχο της πατρίδας της, και συνελήφθη μαζί με πέντε κατηχούμενους, δύο άνδρες και τρεις γυναίκες, πού ή Περπέτουα είχε ανοίξει τα μάτια τους στο φως του Χριστιανισμού. Και τους μεν άνδρες και δύο από τις γυναίκες, σκότωσε με μαχαίρια ο ειδωλολατρικός όχλος. Τη δε αγία Περπέτουα, με τη Φιλιτσιτάτη, αφού τις έβαλαν απέναντι μιας αγρίας δαμάλεως, διεσχίσθησαν από αύτη.
Ό δε Σ. Εύστρατιάδης αναφέρει ότι μαζί με την Περπέτουα μαρτύρησαν τέσσερις άνδρες και μία γυναίκα, πού τα ονόματα τους ήταν: Σάτυρος, Ρευκάτος, Σατορνίλος, Σεκοϋνδος και Φηλικιτάτη.
ΕΓΚΑΙΝΙΑ (ΝΑΟΥ) ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ εν Άρμουλαδή (ή Άρμολαδή)
Ή μνήμη κατά τον Παρισινό Κώδικα 1590.
Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ εκ Ναυπλίου
Ήταν γέννημα και θρέμμα της πόλης του Ναυπλίου και έκανε το επάγγελμα του ζωγράφου. Αρραβωνιάστηκε την κόρη ενός χριστιανού, αλλά επειδή αυτή δεν είχε καλή ζωή, ο Αναστάσιος διέλυσε τον αρραβώνα. Οι συγγενείς όμως της κοπέλας έκαναν διάφορα σατανικά μάγια στον Αναστάσιο, για να τον εκδικηθούν. Με αποτέλεσμα ο Αναστάσιος να χάσει τα λογικά του. Εκμεταλλευόμενοι αυτή του την κατάσταση οι Τούρκοι, τον εξισλάμισαν. Άλλ” όταν ο Θεός ευλόγησε και συνήλθε στα λογικά του, με θάρρος αποκήρυξε τον Ισλαμισμό και με γενναιότητα ομολόγησε τη χριστιανική του πίστη. ΟΙ Τούρκοι, με διάφορες κολακείες και υποσχέσεις προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, άλλ” ο Αναστάσιος παρέμεινε ακλόνητος στη χριστιανική ομολογία του. Τότε στις 1 Φεβρουαρίου 1655, ύπέμεινε μαρτυρικό θάνατο από τους Τούρκους, με διαμελισμό. Δηλαδή τον κατέσφαξαν με μαχαίρια. Το Ναύπλιο τον έκανε πολιούχο του και ωραίος ναός στολίζει την πόλη αυτή προς τιμήν του νεομάρτυρα αυτού.
Η ΑΓΙΑ BRIDGIT (Βρεταννίδα)
Λεπτομέρειες για τη ζωή αυτής της αγίας της ορθοδοξίας, μπορεί να 6ρεΐ ο αναγνώστης στο βιβλίο «ΟΙ Άγιοι των Βρεττανικών Νήσων» του Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, επισκόπου Τελμησσοϋ, Αθήναι 1985.
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΟΙ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ, ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΣΤΥΛΙΤΗΣ ΚΑΙ ΔΑΒΙΔ Ο ΜΟΝΑΧΟΣ
Στις αρχές του ογδόου αιώνος ζούσε στη Μυτιλήνη ο Αδριανός και ή Κωνσταντώ, πού απέκτησαν επτά παιδιά, από τα όποια τα πέντε έγιναν μοναχοί. Τρία από αυτά ήταν ο Δαβίδ, ο Συμεών και ο Γεώργιος. Πρωτότοκος ήταν ο Δαβίδ, πού γεννήθηκε το έτος 717 ή 718. Έμαθε λίγα γράμματα και σε ηλικία 16 ετών, ενώ έβοσκε τα πρόβατα του πατέρα του, σε ώρα μεγάλης καταιγίδας, είδε σε όραμα τον άγιο Αντώνιο να τον καλεί στο μοναχικό βίο και συγκεκριμένα να του δίνει εντολή να μεταβεί στη Μ. Ασία στο όρος «Ιδη, πού είναι αντίκρυ στη Λέσβο και λίγο βορειότερα, για να μονάσει εκεί.
Ό Δαβίδ με μεγάλη προθυμία και χαρά δέχτηκε τη συμβουλή του Μ. Αντωνίου, ήλθε στη Μ. Ασία, όπου έζησε στο όρος Ίδη μέσα σε μια σπηλιά με μεγάλη άσκηση, τρώγοντας άγρια χόρτα. Εκεί έζησε τριάντα χρόνια. Πάλι με όραμα πήρε την εντολή να έλθει στον επίσκοπο Γάργαρων για να χειροτονηθεί από αυτόν διάκονος και αργότερα πρεσβύτερος. Επέστρεψε και πάλι στο όρος «Ιδη, όπου με υπόδειξη ενός αγγέλου, πού είδε σε όραμα, χτίζει ναό των αγίων Κηρύκων και Ίουλίττης και μοναστήρι στο όποιο πολύ σύντομα μαζεύτηκαν πολλοί μοναχοί.»Έπειτα από δέκα χρόνια και αφού πέθανε ο πατέρας του, ήρθε ή μητέρα του να τον ιδεί έχοντας μαζί της το μικρότερο από τα παιδιά της, τον Συμεών, πού ήταν τότε οκτώ χρονών. Είχε γεννηθεί το 765 ή 766. ο Συμεών έμεινε κοντά στον αδελφό του, ή μητέρα του δε, έπειτα από λίγες ήμερες, επέστρεψε στη Μυτιλήνη και σε λίγο απέθανε.
Ό Συμεών έμαθε γράμματα παραμένοντας στο μοναστήρι του αδελφού του όπου σε ηλικία είκοσι δύο ετών έγινε μοναχός και σε ηλικία 28 ετών χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο Γάργαρων Ιερεύς. Δυο χρόνια αργότερα πέθανε ο Δαβίδ σε ηλικία εξήντα εξ ετών, αφού προείδε το θάνατο του και συνέστησε στον αδελφό του Συμεών να επιστρέψει στη Μυτιλήνη. ο Συμεών συμμορφώθηκε με την εντολή του αδελφού του και επέστρεψε στη Μυτιλήνη της Παναγίας, πού ήταν στο νότιο λιμάνι της πόλεως, στο «Μόλο». Εκεί για να μιμηθεί την άθληση του παλαιού αγίου Συμεών του Στυλίτη, ανέβηκε σε στύλο και έζησε με φοβερή άσκηση, νηστεία, σκληραγωγία και προσευχή. Στη συνέχεια πήρε κοντά του και τον αδελφό του Γεώργιο, μοναχό και αυτόν, πού γεννήθηκε το έτος 763. Χειροτονήθηκε και αυτός Ιερεύς και μαζί με τον αδελφό τους και την αδελφή τους, μοναχή και αυτή, Ίλαρία και άλλους μοναχούς έχτισαν μοναστήρι στο όποιο κατέφθαναν πλήθη χριστιανών πού διψούσαν να ακούσουν λόγο Θεού και να ζητήσουν την ευλογία των αγίων μοναχών.
Όμως την ησυχία του μοναστηριού και της Εκκλησίας, γενικότερα, τάραξε και πάλι ή μανία των εικονομάχων. ο Αύτοκράτων Λέων Ε” ο Αρμένιος (813-820) κήρυξε πάλι διωγμούς κατά των χριστιανών. ο επίσκοπος της Μυτιλήνης Γεώργιος εξορίζεται και τοποθετείται επίσκοπος Μυτιλήνης κάποιος Λέων εικονομάχος, ο όποιος αμέσως στράφηκε κατά του Συμεών και των μοναχών του Μοναστηριού του.
Με τις ενέργειες του εικονομάχου αυτού επισκόπου καταδικάζεται σε θάνατο δια πυρός ο Συμεών, αλλά με θαύμα διασώζεται και παραμένει για ένα διάστημα ανενόχλητος πάνω στο στύλο του, μέχρι πού αναγκάζεται πάλι από τον είκονομάχο επίσκοπο να εγκαταλείψει τη Μυτιλήνη και να αποσυρθεί, μαζί με τους μοναχούς, στο μικρό νησάκι, το γνωστό με το όνομα Άγιος Ισίδωρος, πού βρίσκεται στον κόλπο Γέρας προς το μέρος της Κουντουρουδιάς, των Λουτρών.
Αργότερα, ο εικονομάχος επίσκοπος κατόρθωσε να αποσπάσει από τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Β” τον Τραυλό (820-829) διαταγή, με την οποία εξορίζεται ο Συμεών στη «Λαγούσα», νησί ακατοίκητο απέναντι από τα μέρη της Τροίας. Εκεί πήγε ο Συμεών με τη συνοδεία επτά μαθητών του και παρέμεινε και εκεί πάνω σε στύλο 10 μέτρων, ενώ ο αδελφός του Γεώργιος παρέμεινε στη Μυτιλήνη, φροντίζοντας το μοναστήρι.
Αργότερα έφυγε ο άγιος Συμεών στην Κωνσταντινούπολη, όπου κατάλαβε ότι θα προσέφερε απαραίτητες στην Εκκλησία υπηρεσίες και εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Νικήτου του Μηδικίου. Με κέντρο το μοναστήρι αυτό περιώδευε από τον Ελλήσποντο μέχρι τα νησιά του Αιγαίου και μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα στηρίζοντας με το λόγο του τους χριστιανούς και παρηγορώντας τους διωκόμενους πατέρες, πού βρισκότανε εξόριστοι σε διάφορα μέρη από τους εικονομάχους. Στις περιοδείες του αυτές εργαζόταν σαν ψαράς, όπου στάθμευε, για να εξοικονομεί ό,τι χρειαζότανε όχι τόσο για τον εαυτό του αλλά για να βοηθά όσους είχανε ανάγκη βοηθείας. Περιοδεύοντας δεν δίδασκε μόνο, αλλά με τη χάρη του Θεού θεράπευε αρρώστους και ίδρυσε και γυναικείο μοναστήρι, στο οποίο μαζεύτηκαν πολλές μοναχές.
Μετά το θάνατο του Μιχαήλ του Τραυλού, ο εικονομάχος διάδοχος του Θεόφιλος κήρυξε πάλι άγριο κατά της Εκκλησίας διωγμό, κατά τον όποιο συνέλαβε τον Συμεών και τη συνοδεία του με σκοπό να τους κλείσει σε φυλακή και να τους εξαφανίσει. Σώθηκε και από αυτόν τον κίνδυνο με την επέμβαση της Αυτοκράτειρας Θεοδώρας, αλλά δεν απέφυγε την τιμωρία εκατόν πενήντα ραβδισμών πού διέταξε ο Αυτοκράτωρ, αλλά και την εξορία στην Άφουσία νήσο της Προποντίδος, όπου πήγε μαζί με άλλους διακεκριμένους κήρυκες της Ορθοδοξίας, όπως ήταν ο Θεοφάνης και Θεόδωρος, οι λεγόμενοι Γραπτοί, και άλλοι πατέρες. Και σ” αυτόν τον τόπο της εξορίας ο Συμεών έχτισε ναό της Παναγίας και μοναστήρι μαζεύοντας σ” αυτό όλους τους καταδιωγμένους από τους εικονομάχους πατέρες.
Ό Γεώργιος πού παρέμεινε στη Μυτιλήνη είχε και αυτός αρκετές ταλαιπωρίες. ο εικονομάχος επίσκοπος Λέων τον καταπίεζε με διάφορους τρόπους και τελικά τον έδιωξε από τη Μυτιλήνη, αφού κατέλαβε παρανόμως και πούλησε το μοναστήρι και ό,τι άνηκε σ” αυτό. ο Γεώργιος αναγκάζεται να φύγει με τους μοναχούς του μοναστηριού σε ένα «ευτελές και βραχύτατον χωρίον» πού το έλεγαν «Μυρσίνα». “Αλλά και εκεί ερχότανε και τους εύρισκαν χριστιανοί, κι εκεί δίδασκε ο Γεώργιος και έκαμε πολλά θαύματα.
Όταν πέθανε ο εικονομάχος αυτοκράτωρ Θεόφιλος (842) ή Βασίλισσα Θεοδώρα ανακάλεσε από την εξορία όλους τους εξόριστους πατέρες, όπως και τους Συμεών και Γεώργιο. ΟΙ δύο αυτοί μαζί με τον μετέπειτα Πατριάρχη Μεθόδιο τον ομολογητή, έγιναν οι πιο έμπιστοι σύμβουλοι της Θεοδώρας. «Οταν κατά το έτος 843 με την υπόδειξη του Συμεών έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Μεθόδιος, ο Συμεών μαζί με τους μαθητάς του εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι των αγίων Σεργίου και Βάκχου.
Ό Γεώργιος προτείνεται από τη Βασίλισσα να γίνει επίσκοπος Εφέσου, θέση όμως πού δεν δέχτηκε ο Γεώργιος, με πρόφαση την ηλικία του. Ήταν τότε ογδόντα χρόνων. Τέλος, έπειτα από πολλές πιέσεις, δέχτηκε να χειροτονηθεί επίσκοπος για τη Μητρόπολη Μυτιλήνης. Σύντομα χειροτονήθηκε και αφού πήρε και από τη Βασίλισσα και από τον Πέτρωνα και Βάρδα πολλά δώρα για τους φτωχούς του νησιού έρχεται με βασιλικό καράβι -δρόμωνα- στη Μυτιλήνη συνοδευόμενος από στρατηγούς και αυλικούς της Θεοδώρας.
Ή Μυτιλήνη τον υποδέχτηκε με ενθουσιασμό και χαρά μεγάλη. Ξαναπήρανε τότε στα χέρια τους το μοναστήρι τους οι άγιοι και γιόρτασαν σ” αυτό, υστέρα από τόσα χρόνια διωγμών, τη γιορτή της Γεννήσεως της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου 843) και έπειτα από λίγες μέρες έγινε ή ενθρόνιση του Γεωργίου στο ναό της Αγίας Θεοδώρας, πού ήταν ο Μητροπολιτικός ναός, την 14η Σεπτεμβρίου, εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Ένα χρόνο αργότερα (844) πέθανε ο Συμεών και τον έθαψαν στο μοναστήρι της Παναγίας. Τον χειμώνα, τον ϊδιο χρόνο, ο Γεώργιος ταξίδευσε στη Γοτθογραικία για να επισκεφθεί άρρωστο φίλο του, τον όποιον με τη δύναμη του Θεού θεράπευσε, προφητεύοντας ότι θα αποθάνει έπειτα από επτά χρόνια, όπως και έγινε. Επέστρεψε στη Μυτιλήνη και συνέχισε με ελεημοσύνες, διδασκαλίες, θαύματα το έργο του καλού ποιμένος.
Αποφασίζει, και μάλιστα χειμώνα καιρό, ένα ταξίδι για τη Σμύρνη, όπου ήθελε να ιδεί πνευματικά του παιδιά και μοναστήρια, πού εκείνος ίδρυσε σε οικόπεδα που του είχαν χαρίσει μαθητές του. Στή Σμύρνη όμως παρέμεινε λίγες ήμερες, γιατί εμφανίζεται Άγγελος Θεού μπροστά του και προλέγει το θάνατο του. Επιστρέφει σύντομα στη Μυτιλήνη, όπου περνά όλη τη Μ. Τεσσαρακοστή, κάνοντας και τη λειτουργία της Μ. Πέμπτης. Καταλαβαίνει ότι ήρθε το τέλος του. Δίνει με συγκίνηση τίς τελευταίες συμβουλές και ευχές στα πνευματικά του παιδιά και παραδίνει το πνεύμα του στον Κύριο το βράδυ του Μ. Σαββάτου του έτους 845 ή 846. Τον ενταφίασαν με μεγάλες τιμές στον τάφο του αδελφού του Συμεών.
Απολυτίκιο. Ηχος α”. Της ερήμου πολίτης.
Γριάς ή των Όσιων, τα της Λέσβου βλαστήματα Δαβίδ ο θεοφόρος, Συμεών και Γεώργιος, οι ζήσαντες ισάγγελον ζωήν, και δόξης μετάσχοντες θεϊκής, πασι δοτέ αιτημάτων τάς δωρεάς τοις πίστει άνακρόζουσί” Δόξα τω ένισχύσαντι υμάς, δόξα τω θαυμαστώσαντι, δόξα τω ένεργοϋντι δι” υμών πασιν ίάματα.