Ετικέτες

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Η «Δεξαμενή», από το βιβλίο του Γ. Παπακώστα, Φιλολογικά σαλόνια και καφενεία της Αθήνας, εκδ. Εστία, 3η έκδοση, 1994, σσ. 155-168

Manolis Vardis
Manolis Vardis 28 Οκτωβρίου 7:25 μ.μ.
/ http://democracycrisis.com/2011-12-06-10-24-32/2340--11122012

"Με τη Δεξαμενή συνδέεται επίσης το όνομα του Παπαδιαμάντη, ο οποίος πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του εκεί και είχε γίνει το στοιχειό της. Ο ίδιος άλλωστε σ’ ένα διήγημά του ομολογεί: «Παρεπίδημος ήμην τον καιρόν εκείνον εις τους λόφους της Δεξαμενής, εις του Λυκαβηττού τα κράσπεδα. Μεγάλη πελατεία υπήρχε, συντυχίαι αισθηματικαί εγίνοντο, ως και ομιλίαι σοβαραί, γύρω εις τας πρασιάς και τους καλαμώνας. Σοβαροί άνδρες, υποστράτηγοι, στρατηγοί, δικηγόροι, καθηγηταί, εσχημάτιζον κύκλους εις την σκιάν των λευκών, και συνεζήτουν εμβριθώς τα νέα της ημέρας». Ο Σκιαθίτης συγγραφέας στον χώρο αυτό είχε επιβληθεί και απολάμβανε μεγάλου σεβασμού, παρόλο που δεν μετείχε σε συζητήσεις. Και ήταν ευκολότερο να τον δει κανείς ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους παρά μεταξύ των λογίων ˙ ζούσε μάλλον μόνος, βυθισμένος στον εαυτό του, παρόλο που περιστοιχιζόταν από κόσμο. Σε μία τέτοια στιγμή τον απαθανάτισε και ο Παύλος Νιρβάνας, ο οποίος και μας έδωσε την σπάνια εκείνη φωτογραφία του ερημίτη συγγραφέα διασώζοντας έτσι τη μορφή του ˙ την ασκητική μορφή με την αγιογραφική γενειάδα, με το γερμένο κεφάλι του στον αριστερό ώμο, που το εκάλυπτε ως επάνω ο γιακάς από το τριμμένο επανωφόρι του, μορφή από την οποία εκπηγάζει ο εσωτερικός του κόσμος.

«Όταν τον είδα να σηκώνεται και να με ακολουθεί όξω από το καφενείο, γράφει ο Νιρβάνας, δεν πίστευα στα μάτια μου.

-Πού θέλεις να πάμε;, μου είπε στενοχωρημένος.

Ο ήλιος έγερνε προς τη δύση του και οι τελευταίες του αχτίδες έπεφταν ευνοϊκά στη δυτική πλευρά του καφενείου. Σε μια γωνιά, καλά φωτισμένη, ήτανε μία καρέκλα.

-Κάθεσαι σ’ αυτή την καρέκλα, Αλέξανδρε;, του είπα. Σε δύο λεπτά θα τελειώσουμε.

-Να καθήσω…, μουρμούρισε.

Κάθισε, έσκυψε το κεφάλι του απάνω στο στήθος και σταύρωσε τα χέρια του απάνω στο μπαστούνι του, που κρατούσε ανάμεσα στα πόδια του. Δε θα μπορούσε να του δώσει κανείς μια πόζα, πιο σύμφωνη με τη φύση του, και το χαρακτήρα του απ’ την ασκητική αυτή πόζα, που είχε πάρει μοναχός του. Ήτανε τυχαία η πόζα αυτή; Ήτανε μελετημένη; Δεν ξέρω. Αν ήτανε το δεύτερο, πρέπει να πιστέψει κανείς, ότι και ο πιο απόκοσμός ασκητισμός έχει τη φιλαρέσκεια του. Στάθηκα αντίκρυ το, βιαστικός μη μου χαλάσει τίποτε την υπέροχη αυτή σύνθεση, που είχα μπροστά μου, και του πήρα δύο ‘ενσταντανέ’ στην ίδια πόζα. Στο μεταξύ αυτό, δύο- τρείς άνθρωποι του καφενείου και ένα παιδάκι είχαν μαζευτή γύρω μας να ιδούνε το ανέλπιστο θέαμα. Αυτό τον είχε ανησυχήσει. Γύρισε στενοχωρημένος και μου είπε γαλλικά, αυτός, που δεν είχε μεταχειρισθή ποτέ του ξένη λέξη στην ομιλία του, αν και ήξερε φιλολογικά και τα γαλλικά και τα αγγλικά:

-Nous excitons la curiosité du public…

Το ‘κοινό’ που τον έκανε ν’ ανησυχεί, ήτανε, απλούστατα, οι τρεις αγαθοί άνθρωποι του λαού και το παιδάκι.

Τον ευχαρίστησα, πήρα μαζί μου το φωτογραφικό κουτί, που έκλεινε ένα θησαυρό για μένα, και κατέβηκα στην πόλη νικητής και τροπαιούχος. Μήπως είχα άδικο; Η μόνη μου ανησυχία ήτανε μήπως δεν επέτυχαν οι πλάκες [..]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου