Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

Είναι ο Χριστός ο Θεός-Λόγος ή απλώς ένας κοινωνικός επαναστάτης;


jesusΚώστας Ν.Μπαραμπούτης

Ο λόγος του Ιωάννη, όπως μάλιστα εκφράζεται από τις πρώτες σειρές του Ευαγγελίου του, είναι απολύτως διαφωτιστικός για την κατανόηση του Θεού-Λόγου. Μεταφέρει λοιπόν ο Χριστός στους ανθρώπους με τη ζωή Του και τον λόγο Του ένα τρόπο υπάρξεως διαμετρικά αντίθετο από εκείνον που η ατελής φύση τους έχει καθιερώσει.  
Πρόκειται για τον τρόπο της αγάπης που υποδεικνύει τη συναλληλία μεταξύ των ανθρώπων, την οικοδόμηση μεταξύ τους σχέσεων εμπιστοσύνης και ανοχής, με τελική τους επιδίωξη να ζουν σε κοινωνίες διατεταγμένες εσωτερικά με όρους συνοχής, ελευθερίας και ευρηματικότητας, απαραίτητους για επιτυχείς απαντήσεις στις προκλήσεις της ζωής. Επίσης και οι σχέσεις που διαμορφώνουν οι κοινωνίες αναμεταξύ τους να διέπονται από τις ίδιες αρχές, αποκλειομένης της βίας με σκοπό ιδιοτελείς υλικές επιδιώξεις, που συνήθως περιβάλλονται τη λεοντή ψευδών και προβληματικών ιδεολογιών.
 Σύνολη η εικόνα του ευαγγελικού μηνύματος διαπνέεται με τρόπο διαυγή από τις προτροπές για καταλλαγή των πάσης φύσεως συγκρούσεων μεταξύ των ανθρώπων∙ παρά ταύτα από τους χρόνους του Διαφωτισμού έως και πολύ πρόσφατα, αυτές ηχούν παράφωνα, σε «ώτα μη ακουόντων», και θέλουν να αποδώσουν στον Ιησού εγκόσμιες επαναστατικές διαθέσεις με πολιτικό περιεχόμενο.  Οι προθέσεις αυτές επιδιώκουν να συσχετίσουν την εμφάνιση του Ιησού, ως ένα ιστορικό γεγονός μεταξύ άλλων, με την ιστορία του Εβραϊκού λαού κατά την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο. (Πρώτα οι Ισραηλίτες είχαν απολέσει την κυριαρχία τους από τους Σελευκίδες, ήδη από το 198 π.Χ., και την ανέκτησαν μερικώς μετά την επανάσταση των Μακκαβαίων το 167 π.Χ. υπό τον Ματταθία, ιερέα που μετά τον θάνατό του τον αντικατέστησε στην ηγεσία της επανάστασης ο γιος του Ιούδας. Η επανάσταση άρχισε εναντίον του Αντιόχου του Επιφανούς, όταν αυτός έθεσε τη θρησκεία τους εκτός νόμου, και το 164π.Χ. οι επαναστάτες κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ. Ακολούθησε μία περίοδος συνεχών πολέμων με τους Σελευκίδες, κατά την οποία οι συνεχείς διαμάχες ανάμεσα στις δύο παρατάξεις, τους νεωτεριστές που ακολουθούσαν τον Ελληνικό τρόπο ζωής και τους υπέρμαχους των παραδόσεων, παρείχαν τη δυνατότητα στους διαδόχους του Αντιόχου να καθορίζουν σημαντικά τις εξελίξεις −η παρουσία τους στο φρούριο της Άκρας ήταν διαρκής− στο ιερατικής μορφής κράτος της Ιουδαίας.  Ο πρώτος Ρωμαίος επίτροπος, ο Αντίπατρος του Ιδουμαίου, εγκαταστάθηκε  στην Ιουδαία το 47 π.Χ. από τον Καίσαρα.  Μετά τον θανατό του, ο γιος του Ηρώδης με τη βοήθεια του αυτοκράτορα Οκταβιανού ανακήρυξε την Ιουδαία βασίλειο και τον ίδιο βασιλέα του. Έκτοτε, και μεχρι την ολοκληρωτική καταστροφή της, η Ιουδαία ήταν υποτελής της Ρώμης και διοικείτο από Ρωμαίους επιτρόπους). Ακολούθως θα συνδέσουν τις επαγγελίες του με ανθρώπινες ιδεολογίες, οι οποίες προσβλέπουν υπό προϋποθέσεις που δεν αποκλείουν τη βία –μεσσιανικά, κατ’ αντιγραφή− στην, όπως λέγουν, ανθρώπινη ευζωΐα.  Στη συλλογιστική τους μεταξύ των άλλων αναφέρουν το περιστατικό της κάθαρσης του Ναού από τον Ιησού, τον οποίο με κριτήριο την κατ’ αυτούς συμπεριφορά Του, Τον κατατάσσουν στο ζηλωτικό κίνημα που έχει αφετηρία την επανάσταση των Μακκαβαίων στους Ελληνιστικούς χρόνους.  Να δούμε, λοιπόν, με μεγαλύτερη προσοχή το ανωτέρω γεγονός, εννοείται με οδηγό τα Ευαγγελικά κείμενα αλλά και τις προρρήσεις των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης για τον Χριστό.
Πρίν προχωρήσουμε στην αφήγηση και την ερμηνεία του περιστατικού της κάθαρσης του Ναού, θα επιχειρήσουμε κάποιες διευκρινίσεις σχετικά με τις προφητείες για την εναθρώπηση του Θεού-Λόγου που γίνονται δεκτές από την Εκκλησία μας ως αποκαλύψεις «θεία βουλήσει» και περιέχονται στο σχέδιο της θείας Οικονομίας.  Γνωρίζει λοιπόν ο Ιησούς ως άνθρωπος αυτές τις προφητείες και κατανοεί ότι αυτές προεικονίζουν την αλήθεια του προσωπικού Του θελήματος. Έτσι, όταν επαναλαμβάνει τις διαπιστώσεις των προφητών που αφορούν το παρελθόν ή τον ενεστώτα χρόνο της επι γής παρουσίας Του, έχει βεβαία την αίσθηση ότι τα λόγια Του και οι πράξεις Του αντιστοιχούν στα εντελλόμενα από το σχέδιο, το «μυστικώς συνταχθέν προ των αιώνων», για τη σωτηρία του ανθρώπου. 
Η κάθαρση του Ναού αναφέρεται από τον Ιωάννη ότι πραγματοποιείται από τον Ιησού, όταν αυτός έρχεται στα Ιεροσόλυμα για πρώτη φορά από τις τρεις που ήρθε στην Αγία πόλη στις ημέρες του Πάσχα. Αντίθετα οι συνοπτικοί Ευαγγελιστές αφηγούνται το επεισόδιο ως τη μοναδική φορά που επισκέφτηκε κατ’ αυτούς τα Ιεροσόλυμα, άρα συνδέεται και με τη θριαμβευτική Του είσοδο στην Αγία πόλη.  Ο Ιησούς έχει ξεκινήσει και για τους τρεις συνοπτικούς Ευαγγελιστές από την Ιεριχώ με τους μαθητές Του και «όχλο ικανό» και, πριν φτάσει στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ, την Βηθσφαγή και την Βηθανία, οι δύο από αυτούς, ο Ματθαίος και ο Μάρκος, αναφέρουν το θαύμα της αποκατάστασης της όρασης που επιτελεί ο Χριστός −σε δύο τυφλούς κατά τον πρώτο και σ’ ένα κατά τον δεύτερο− μία πράξη που την αιτιολογεί με τη θερμή πίστη των τυφλών στη δύναμη του Θεού.  Εκεί, στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ, σε ένα τόπο κοντά στο όρος των Ελαιών, ο Ιησούς αισθάνεται ότι πρέπει να περιβάλει την είσοδό του στην Αγία πόλη με ένα συμβολισμό, ο οποίος θα συμβάλει στην αποκαλυψή Του ως Μεσσία, άλλης τάξεως βέβαια από εκείνον που ανέμεναν οι Ισραηλίτες.  Γνωρίζει ο Ιησούς από την Παλαιά Διαθήκη πως ο βασιλιάς Δαυΐδ είχε δώσει εντολή στον ιερέα Σαδώκ και τον προφήτη Νάθαν να ανέβάσουν τον γιο του Σολομώντα στο μουλάρι του, να τον πάνε στην πηγή Γιχών και εκεί να τον χρίσουν βασιλιά του Ισραήλ. Επίσης γνωρίζει και την προφητεία του Ζαχαρία που αναγγέλλει στην πόλη-σύμβολο για τον Λαό του Θεού τον τρόπο που ο καινούργιος βασιλιάς της θα έρθει «…πραΰς και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον υιόν υποζυγίου».
Θα επαναλάβει λοιπόν το τελετουργικό που όρισε ο προπάτοράς Του και συγχρόνως, με την είσοδό του στην Ιερουσαλήμ, θα επαληθεύσει τα προφητικά λόγια βεβαιώνοντας ως άνθρωπος και Θεός τον τρόπο που κατανοεί την αποστολή Του.Τα «ωσαννά τω υιώ Δαυΐδ» (να μας σώσεις, υιέ του Δαυΐδ) που έκραζον οι όχλοι που ακολουθούσαν, ίσως, στη πλειονότητά τους δεν είχαν αποδέκτη τον σαρκωμένο Θεό της αγάπης, αλλά τον βασιλιά των γραφών παραποιημένο σε εθνικό απελευθερωτή από τα δεσμά του Ρωμαϊκού imperium.  Η πραότητα (πραΰς) που ανέδιδε η μορφή Του τότε και τώρα και «στους αιώνες των αιώνων», προϋποθέτει πάντοτε για να τη καταλάβουν οι άνθρωποι τη Χάρη του Θεού και φυσικά αυτή η πραότητα είναι παντελώς άσχετη με την οργή, τη μητέρα της βίας. Εκτός αυτού, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι συντρέχει και η τύφλωση του νου για να προκύπτουν συμπεράσματα για το είδος της βασιλείας Του (επίγειας), όταν προ αμνημονεύτων χρόνων είχε παύσει το μουλάρι να αποτελεί υποζύγιο μεταφοράς των ανθρώπων της εξουσίας.
Οι σκέψεις που προηγήθηκαν, απευθύνονται προπάντων στους ανθρώπους της διανόησης του καιρού μας, που η έπαρση δεν τους αφήνει να ασχοληθούν με τις απλοϊκές, όπως τις χαρακτηρίζουν, ιστορίες, που όμως μόνο αυτές χαρίζουν σκοπό και νόημα στην περιπέτεια του ανθρώπου. Όσον αφορά τους απλούς και ταπεινούς ανθρώπους που Τον ακολουθούν ή εκείνους που συζητούν με ενδιαφέρον τον ερχομό Του στην Πόλη, έτοιμοι να ριχτούν στη φωτιά για τα ιερά και τα όσια της φυλής τους, αυτοί είναι μαθημένοι από τους αγώνες των προγόνων τους, εκείνων φυσικά που τα υπερασπίστηκαν με σθένος και ανιδιοτέλεια.Υπήρχαν βέβαια και τότε, όπως και στον καιρό του Ιησού, οι άνθρωποι της εξουσίας, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, που πρώτη τους προτεραιότητα είναι η διατήρηση της εξουσίας τους.  Έτσι και τώρα ταράσσονται οι Φαρισαίοι με τις επευφημίες του όχλου, τις θεωρούν προοίμιο εξέγερσης εναντίον της Ρωμαϊκής εξουσίας, άρα και της νομής που τους έχει παραχωρηθεί. Σπεύδουν κατά συνέπεια να πείσουν τον Ιησού να κατευνάσει τα πλήθη διά των μαθητών Του, όμως Αυτός που ατενίζει τα μέλλοντα,ουσιαστικά τούς απαντά ότι μια τέτοια προσπάθεια είναι άσκοπη και μάταιη (Λουκ.19,40-41).  Οι άνθρωποι της εξουσίας δεν αρκούνται βέβαια σε ευχολόγια, όταν μάλιστα πρόκειται για το συμφέρον τους.  Αλλά για τα σχέδια και τις αρχαίες τακτικές που πολύ σύντομα θα θέσουν σε εφαρμογή, θα μιλήσουμε ύστερα από το επεισόδιο της κάθαρσης του Ναού.  Εισέρχεται λοιπόν ο Βασιλιάς της ειρήνης στην αγία Πόλη και πηγαίνει κατ’ευθείαν στον Ναό, αυτό το περιλάλητο θρησκευτικό σύμβολο του Ιουδαϊκού έθνους, συνεκτικό δεσμό στην ταραχώδη ιστορία του και συνάμα απόπειρα της ένωσης του υλικού με το πνευματικό (θεωρείτο ο τόπος κατοικίας του Θεού στη γη).  Οι τρεις συνοπτικοί Ευαγγελιστές μάς διασώζουν όμοια την αντίδραση του Ιησού στην κατάσταση που βρήκε εκεί. Πρόκειται για την αντίδραση που προκάλεσε ο αυτόματος συνειρμός της ανθρώπινης φύσης Του να συνδέσει την αταξία αυτών που πωλούν −χρηματιστών και ζωεμπόρων− και αγοράζουν στο προαύλιο του Ναού με τις σχετικές διδασκαλίες από την Παλαιά Διαθήκη· αυτές τις διδασκαλίες, αμέσως μετά την επαναφορά της τάξης, θα τις κηρύξει στους προσκυνητές.  Το πρώτο μέρος της διδασκαλίας Του αφορά ένα όραμα του Ησαΐα που αποτυπώνεται στην ολιγόλογη φράση: «ο οίκος μου οίκος προσευχής κληθήσεται πάσι τοις έθνεσιν». Όλη την οικουμένη οραματίζεται ο Ησαΐας να κλίνει το γόνυ ενώπιον του αιωνίου Θεού του παντός και αυτή του την προφητεία δεν πρέπει να την εκλάβουμε μόνο ως το εσχατολογικό όραμα που θα επαναλάβει ο Παύλος −«τω υποτάξαντι (Χριστώ) αυτώ τα πάντα, ίνα η ο Θεός τα πάντα εν πάσιν»− αλλά και, όπως λέει ο Γιόζεφ Ράτσινγκερ: «Η φράση του Ησαΐα καταυγάζεται από το φως του Σταυρού, με αφετηρία τον Σταυρό θα αναγνωριστεί ο ένας Θεός.  Στον Υιό θα θεωρήσουν τον Πατέρα και έτσι θα αναγνωρίσουν τον ένα Θεό που αποκαλύφτηκε στη βάτο».
Το μεγάλο προαύλιο γύρω από τον Ναό ήταν ένα είδος πρό-ναου των Εκκλησιών μας και κατασκευάστηκε για να παρέχεται η δυνατότητα σε πιστούς άλλων θρησκειών να κατηχούνται και να λατρεύουν τον ένα Θεό.  Επομένως οι πράξεις ανταλλαγής που οι έμποροι επιχειρούσαν στο χώρο του με σκοπό το κέρδος καταστρατηγούσαν την πάγια επιδίωξη του Ισραήλ να λατρεύσει η οικουμένη τον μοναδικό Θεό του παντός. Η πράξη κατά συνέπεια της αποβολής εκ μέρους του Ιησού αυτών των ανθρώπων ήταν νόμιμη και Αυτός υποδεικνύει με την πράξη Του ότι συντάσσεται απολύτως με την οικουμενική προοπτική της θρησκείας της Παλαιάς Διαθήκης, χωρίς αυτή Του η απόφαση να σηματοδοτεί την οποιαδήποτε παρέκκλιση από το σκοπό Του στα πλαίσια της σωτηρίας του κόσμου. Απεναντίας, αποτελεί το προοίμιο αυτού που θα επακολουθήσει, ήγουν της Σταύρωσης και της Ανάστασης, γεγονότα που θα προσφέρουν άπειρη δύναμη στην ιδέα του ενός Θεού πάνω από την Οικουμένη. Και θα πρέπει να πούμε ακόμη ότι συνάμα η πράξη Του, τυπικά υποστηρικτική στο καθεστώς λειτουργίας του Ναού, αποτελεί την απαρχή του τέλους του περιορισμού του στα ασφυκτικά όρια του εθνικού κράτους, όπως το προαναγγέλλει στο διάλογο με τη Σαμαρείτιδα, όταν τής απαντά πως «έρχεται η ώρα, και νυν έστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία» (Ιωάν.4,23). Η διδασκαλία του Ιησού μέσα στον Ναό μετά το επεισόδιο της κάθαρσης συμπληρώνεται από την αναφορά του στο κεφάλαιο 7 του Ιερεμία: «υμείς δε πεποιήκατε αυτόν (τον Ναό) σπήλαιον ληστών», ολοκληρώνει ο Ιησούς τη φράση του με τη φράση του Ησαϊα, όπως μάς την παραδίδουν ολοκληρωμένη οι Ευαγγελιστές.  Στη συνάφεια του κεφ.7 των προφητειών του ο Ιερεμίας απευθύνεται στους Ισραηλίτες και τους μεταφέρει τον λόγο Κυρίου: «να μην έχουν εμπιστοσύνη σ’ αυτούς που τους λένε ότι ο Ναός Κυρίου βρίσκεται στη χώρα μας, άρα ο Θεός είναι μαζί μας»! (7,4), γιατί αν δεν τηρείτε τις εντολές μου (από 7,5-7,10) και κάνετε τον ναό μου σπήλαιο ληστών (7,11), τότε εγώ θα σας τιμωρήσω με τον τρόπο που τιμώρησα τους διαμένοντες στην περιοχή Σιλώ και φυσικά δεν θα προστατέψω ένα Ναό που έχει μετατραπεί σε άντρο κερδοσκοπίας.  Αυτό που προειδοποιεί ο Ιερεμίας τους Ισραηλίτες είναι ότι οι δικές τους άνομες πράξεις θα τους οδηγήσουν σε καταστροφικές συνέπειες για τους ίδιους και φυσικά για τον Ναό τους και όχι όπως συνήθως το εκλαμβάνουν οι τιμωρητικές διαθέσεις του Θεού τους.  Και αυτό συμβαίνει, γιατί η ελευθερία με την οποία προίκισε ο Θεός τον άνθρωπο, του επιτρέπει να γνωρίζει να βούλεται και να πράττει. Ο Ιερεμίας διαπιστώνει πως η λατρεία του Θεού στην κοινωνία που ζη, γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους εμπόρους κάθε είδους, αλλά εκείνο που τον εξοργίζει και παρομοιάζει τον Ναό του Κυρίου με «σπήλαιο ληστών» είναι, όπως φαίνεται, η εκμετάλλευση της λατρείας από το Ιερατείο του Ναού.  Και είναι πολύ πιθανό αυτό το Ιερατείο να υπονοεί, όταν αναφέρεται σ’ αυτούς που προβάλλουν τον Ναό στα Ιεροσόλυμα ως εγχέγγυο της δήθεν μεροληπτικής στάσης του Θεού απεναντί τους.  Τη σύνδεση του εμπορίου με τη λατρεία τη διαπιστώνει και ο Ιησούς στο προαύλιο του Ναού, αλλά όπως προκύπτει από την απόκριση σε κάποιους Ιουδαίους, οι οποίοι προφανώς ανήκουν στο προσωπικό του Ναού, στο Ιερατείο, σ’ αυτό κυρίως απευθύνεται, όταν τούς καλεί να λύσουν «τον Ναόν τούτον, και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν» (Ιωάν. 2,19). Προβλέπει ο Ιησούς με αυτά τα λόγια, είναι αλήθεια με αινιγματικό τρόπο, ότι αυτό το Ιερατείο θα Τον σταυρώσει και το αναστημένο σώμα Του θα αποτελέσει την Κεφαλή της Εκκλησίας, που στο εξής θα αγωνίζεται να φέρει μεταξύ των ανθρώπων τη συνδιαλλαγή, τη συνεννόηση, την καταλλαγή και την ειρήνη.  Και θα είναι αυτοί οι υπεύθυνοι, που ο Ναός τους, η θρησκεία τους, θα παραμείνουν ουσιαστικά στο περιθώριο, απομονωμένα στις εθνικές τους ιδιαιτερότητες, εγκαταλείποντας το οικουμενικό τους όραμα.  Ο Ιησούς βρήκε μπροστά Του, στον προαύλιο χώρο του Ναού, ένα ετερόκλητο πλήθος μικρεμπόρων, που την όποια ευλάβειά τους απέναντι στο ιερό είχαν αλλοτριώσει με τις πράξεις τους οι λειτουργοί του, και εξανέστη για την χρήση που έκαναν του οίκου του Πατρός Του (Ιωάν. 2,17). Αυτή τη φορά θα διδάξει τους ανθρώπους έμπρακτα τις υποχρεώσεις τους στον Θεό και θα σπεύσει, αμέσως μετά, αυτή τη διδασκαλία να την επικυρώσει με τους λόγους των προφητών, που μετέφεραν τις εντολές του Πατέρα Του.  Και όχι μόνο αυτές, γιατί τις εντολές τις ανακεφαλαίωσε σε μία και μοναδική, την εντολή της αγάπης∙ ταυτόχρονα με τη διδασκαλία της, πρόσφερε στους ανθρώπους ένυλη την ουσία της: «Και προσήλθαν αυτώ χωλοί και τυφλοί εν τω ιερώ και εθεράπευσεν αυτούς» (Ματ. 21,14). Τον ενθουσιασμό που, όπως φαίνεται, προκάλεσε με τη διδασκαλία Του ο Ιησούς στα νεαρά μέλη του ακροατηρίου Του, τον εκδήλωσαν με την καθιερωμένη φράση για τον «Ισραηλίτη λαό» που αναμένει τον ελευθερωτή του: «ωσαννά τω υιώ Δαυΐδ». Δεν συνέβη όμως το ίδιο και με το ιερατείο που ήταν φυσικό να παρακολουθεί τα καθέκαστα.·Αυτό αντίθετα επετίμησε τον Ιησού, γιατί το κατέλαβε ο φόβος της πιθανής εξέγερσης εναντίον των προνομίων του.
Ο Ιησούς αυτή τη φορά, χωρίς να τους φοβηθεί, τους απάντησε με στίχους από το ψαλτήρι ,όπου ο προφητάναξ Δαυΐδ απευθύνεται στον Θεό και υπόσχεται να «καταρτήσει αίνον εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων», για να καταλύσει και να εκδικηθεί τους εχθρούς του.  Ο φόβος και η ανησυχία από τον πολύ  πιθανό, κατά τη γνώμη τους, ξεσηκωμό έπρεπε επειγόντως, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, να μεταποιηθεί σε σχέδιο εξόντωσης του Ιησού.  Η παρουσία της μορφής Εκείνου, άλλωστε, ανέδιδε την «ουκ εκ του κόσμου τούτου» ουράνια ειρήνη που υποσχόταν η διδασκαλία Του, το απολύτως έτερον, που όταν δεν τους γίνεται κατανοητό, οι άνθρωποι το περιγελούν και το μισούν ταυτοχρόνως.  Ο τρόπος, η καρδιά του σχεδίου που θα καταρτήσουν, είναι από πολύ παλιά γνωστός: πρόκειται για την «αρχαία οδό των ασεβών», που είχε δοκιμασθεί στο παρελθόν με εξαιρετικά αποτελέσματα: Θα έπρεπε να πεισθεί ο όχλος, ένα μέρος του οποίου πριν λίγο εναπέθετε τις ελπίδες του στον Ιησού για την ελευθερία του έθνους του, ότι Αυτός συνωμοτούσε να αλλάξει τα ιερά και τα όσια της φυλής Του.  Θα ήταν έτσι πάνδημη η απόφαση για τη θανατική καταδίκη Του, σημαντικό επιχείρημα για την επικύρωση εκ μέρους του Ρωμαίου επιτρόπου και συγχρόνως μια εξαιρετική ευκαιρία να ανασταλούν οι απαιτήσεις και τα παράπονα του όχλου τα οποία, όπως ήταν φυσικό, εστρέφοντο και εναντίον της δικής τους διαχείρισης της εξουσίας.  Η ομοθυμία του όχλου εναντίον του θύματος, μας διδάσκει η υπόθεση του θυματικού μηχανισμού, είναι ο καλύτερος τρόπος να επιτύχεις την θαυμαστή, πλην όμως πρόσκαιρη, ειρήνη!
Έχομε ήδη αναφερθεί στο λόγιο που μας παραδίδουν οι Ευαγγελιστές (Ματθαίος, Μάρκος και Ιωάννης), στο οποίο ο Ιησούς προβλέπει την δημιουργία της Εκκλησίας μετά την Σταύρωση (από τους Ιουδαίους και τη σύμφωνη γνώμη του Ρωμαίου επιτρόπου) και την ένδοξή Του Ανάσταση. Ο ψευδομάρτυρας που θα χρησιμοποιήσουν απλώς θα τροποποιήσει τη φράση του Ιησού και θα Τον εμφανίσει να είναι Αυτός που θα καταλύσει τον Ναό∙ (το έγκλημα της θανάτωσης του θύματος έχει προσχεδιασθεί με ακρίβεια, σύμφωνα με το πρότυπο της τέλεσης του αρχέγονου φόνου αλλά, αλλοίμονο για τους εμπνευστές του, αυτή τη φορά θα αποκαλυφθεί από το αναμάρτητο Θύμα η συνήθης πλεκτάνη του θυματικού μηχανισμού).  Η συνέχεια του κοσμικού δράματος μας είναι γνωστή: Ο Ιησούς Χριστός θα σταυρωθεί για να γνωρίσει στους ανθρώπους τον Πατέρα, τον προσωπικό Θεό της αγάπης, και να τους προτρέψει να μιμηθούν Εκείνον, που σημαίνει να εγκαταστήσουν στις κοινωνίες τους το δεσμό της αγάπης, αμετακίνητη αρχή τους, απορρίπτοντες διαρρήδην την κακοποιό και θανατερή βία.        
πηγή: Αντίφωνο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου