Ετικέτες

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

1897, 2010, βίοι παράλληλοι – Η Ελλάδα υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο

 


Καβαλάρης ο Θ. Δηλιγιάννης στις εκλογές της 16ης Απριλίου 1895, με τον Τρικούπη να μην εκλέγεται βουλευτής και να αποχωρεί οριστικά από την πολιτική μετά την συντριπτική ήττα που υπέστη. Γελοιογραφία από τον «Νέο Αριστοφάνη»
Καβαλάρης ο Θ. Δηλιγιάννης στις εκλογές της 16ης Απριλίου 1895, με τον Τρικούπη να μην εκλέγεται βουλευτής και να αποχωρεί οριστικά από την πολιτική μετά την συντριπτική ήττα που υπέστη. Γελοιογραφία από τον «Νέο Αριστοφάνη»

σημ.Αμετανόητου: Για να μην ξεχνάμε την Ιστορία…που επαναλήφθηκε…81 χρόνια «κατσικώθηκαν» στην πλάτη μας οι «σωτήρες»…81!!!
Εντάξει ; να μην ξεχνάμε Αλέξη…Αλέξη Τσίπρα πρωθυπουργέ της Ελλάδος.
Να μην ξεχνάμε…


Κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα στον ελληνικό πολιτικό στίβο κυριάρχησαν οι προσωπικότητες του Χαριλάου Τρικούπη και του Θεόδωρου Δηλιγιάννη που υπήρξαν μεγάλοι πολιτικοί αντίπαλοι και εναλλάσσονταν στην εξουσία εκείνη την ίδια περίοδο.
Ο Τρικούπης ηγείτο του Νεωτερικού Κόμματος, ενώ ο Δηλιγιάννης του Εθνικού. Ο Τρικούπης στόχευε στην ανάπτυξη του ιδιωτικού καπιταλισμού, ενώ ο Δηλιγιάννης του κρατικού καπιταλισμού. Ο Τρικούπης έχει πρότυπο τη φιλελεύθερη Αγγλία της εποχής, όπου και ο ίδιος έχει ζήσει για αρκετά χρόνια. Οι αντίπαλοι του Τρικούπη τον κατηγορούσαν ως «πλουτοκράτη», ενώ οι αντίπαλοι του Δηλιγάννη κατηγορούσαν τους οπαδούς του ως «θεσιθήρες» «αρχομανείς», «κρατικοδίαιτους».
«Το κράτος για τον Τρικούπη ήταν ένα εργαλείο για την οικονομική ανάπτυξη, ενώ για τον Δηλιγάννη ήταν ένας αντικειμενικός στόχος. Ο Τρικούπης απέβλεπε στο να χρησιμοποιήσει το κράτος, ενώ ο Δηλιγάννης στο να το κατακτήσει. Ετσι, ο κρατικός παρεμβατισμός στην οικονομική και κοινωνική ζωή ήταν επιδίωξη παροδική για τον ένα, μονιμότερη για τον άλλο»(1).
Ο Τρικούπης κυβέρνησε την Ελλάδα μεταξύ των ετών 1882 και 1885, 1887 και 1890, όπως και μεταξύ των ετών 1892-1895. Ο Δηλιγάννης μεταξύ των ετών 1885-1887, 1890-1892 όπως και μεταξύ των ετών 1895 και 1897.

Η περίοδος αυτή, στα τέλη του 19ου αιώνα, έχει οπωσδήποτε μεγάλες ομοιότητες αλλά και διαφορές με τις ελληνικές ιστορικές εξελίξεις στις αρχές του 21ου αιώνα.
Στα τέλη του 19ου αιώνα το ελληνικό κράτος δεν έχει ολοκληρωθεί, η ελληνική κοινή γνώμη αρχίζει ν’ απασχολείται με το θέμα της προσάρτησης της Ανατολικής Ρωμυλίας από τη Βουλγαρία, το 1885, ενώ παράλληλα έχει στρέψει μονιμότερα την προσοχή της σε ζητήματα όπως το Κρητικό, το Μακεδονικό κ.ά.
Ομοιότητες με σήμερα
Από οικονομικής άποψης οι ελληνικές εξελίξεις εκείνης της περιόδου, το τεράστιο δημοσιονομικό χρέος και η επιβολή, το 1897, της Επιτροπής Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΕΔΟΕ) στο ελληνικό κράτος με αντιπροσώπους από τη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Ρωσία, τη Γερμανία, την Αυστροουγγαρία και την Ιταλία, έχουν μεγάλες ομοιότητες με τις πρόσφατες ελληνικές εξελίξεις και την τελική προσφυγή της Ελλάδας στην κοινή επιτροπή Ευρωπαϊκής Ενωσης και Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).
Ο Χαρίλαος Τρικούπης, ως πρωθυπουργός, «με την υποστήριξη των επιχειρηματικών κύκλων» προσπάθησε ν’ αναπτύξει την οικονομία της χώρας και ιδιαίτερα τις επικοινωνίες. Αυτό το πρόγραμμα χρηματοδοτήθηκε με τη σύναψη εξωτερικών δανείων, με την αύξηση της απόδοσης της φορολογίας λόγω αυστηρότερων ελέγχων για την είσπραξή της και την αύξηση των έμμεσων φόρων και των τελωνειακών δασμών, όπως και με την εκμετάλλευση του κρατικού μονοπωλίου στο αλάτι και τα σπίρτα.
Πριν από το 1878 η Ελλάδα είχε τεράστιες δυσκολίες να δανειοδοτηθεί από τις διεθνείς χρηματαγορές, αλλά τελικά εκείνη τη χρονιά κατόρθωσε να ρυθμίσει το εκκρεμούν εξωτερικό χρέος της από τα παλιότερα δάνεια της «ανεξαρτησίας» των ετών 1824, 1825, 1833.
«Η μετριοπάθεια του Τρικούπη ενέπνεε αρκετή εμπιστοσυνης στους ξένους επενδυτές» και η Ελλάδα συνήψε μεταξύ 1879 και 1890 πολλαπλά δάνεια από το εξωτερικό(2).
Κατά τα έτη 1879-1892 το συνολικό έλλειμμα των δημόσιων προϋπολογισμών ανερχόταν σε 471 εκατομμύρια δραχμές. Το έλλειμμα για εκείνη την εποχή ήταν τεράστιο και ήταν αδύνατο να καλυφθεί με τα κρατικά έσοδα. Μοναδική λύση ήταν η προσφυγή στον εξωτερικό και εσωτερικό δανεισμό.
Σύμφωνα με τον Βεργόπουλο, «δεδομένου ότι στα 1883 οι υποχρεώσεις της χώρας σε χρυσό προς το εξωτερικό είχαν περιορισθεί σε 16 μόνον εκατομμύρια χρυσών δραχμών, είναι προφανές ότι τα κρίσιμα ελλείμματα που έγιναν αιτία να διογκωθεί το δημόσιο χρέος και οδήγησαν στην πτώχευση του 1893 δεν οφείλονται σε παλιότερες διαχειρίσεις, αλλά τοποθετούνται σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν στην περίοδο 1883-1893».
Τα δάνεια από το εξωτερικό που συνήφθησαν μεταξύ 1879-1893 ήταν εννέα. Με μοναδική εξαίρεση το δάνειο του 1879 ύψους 44 εκατομμυρίων, όλα τα υπόλοιπα συνομολογήθηκαν από τις κυβερνήσεις Τρικούπη.
Το συνολικό ονομαστικό ποσό των δανείων έφτασε το ονομαστικό ύψος των 640 εκατομμύριων χρυσών φράγκων. Αλλά η πραγματική τιμή έκδοσης ήταν περί το 70% της ονομαστικής τμής, γεγονός που σήμαινε ότι από τα 640 εκατ. φράγκα έφτασαν στην Ελλάδα μόνο τα 462,5 εκατ. Δηλαδή οι δανειστές του ελληνικού Δημοσίου πλήρωναν μόνο το 70% της ονομαστικής τιμής των ελληνικών χρεογράφων και αποκομίζουν επίσης επιτόκιο της τάξης περί το 5% επί της ονομαστικής τιμής.
Δεδομένου ότι η Ελλάδα είχε πτωχεύσει ήδη δύο φορές, το 1826 και το 1843, είναι απορίας άξιο πού βρέθηκαν τόσο μεγάλα ποσά δανεισμού στο εξωτερικό. Αλλά τα κέρδη ήταν πολύ μεγάλα που επέτρεπαν στους δανειστές του ελληνικού κράτους να ριψοκινδυνέψουν.
«Υπολογίζοντας με βάση τον μέσο τόκο των δανείων (5%) και το μέσο ποσοστό των ετήσιων χρεολυτικών πληρωμών (0,5%) βρίσκουμε ότι η Ελλάδα σε δέκα χρόνια επέστρεψε αυτά που πραγματικά -και όχι ονομαστικά- είχε εισπράξει».
Αρκετά χρόνια μετά τη μεταπολίτευση (1974) η Ελλάδα συνέχισε να πληρώνει 1 δισ. δραχμές τον χρόνο για την αποπληρωμή των τρικουπικών δανείων (και αυτό ίσως να συνεχίζεται μέχρι σήμερα)!
Τακτικοί αγοραστές μας
Δανειστές της Ελλάδας που αγόραζαν συστηματικά ελληνικά χρεόγραφα εκδιδόμενα στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια ήταν ο οίκος «Hambro και υιός» του Λονδίνου, το «Comptoir d’ Escompte de Paris», όπου κεντρικό ρόλο έπαιζε ο Ελληνας Α. Βλαστός. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Βλαστός μαζί με τον Ανδρέα Συγγρό, εκφράζοντας τα γαλλικά συμφέροντα, προσπαθούσαν να επηρεάσουν και τις ελληνικές πολιτικές εξελίξεις. Τακτικός επίσης αγοραστής των ελληνικών χρεογράφων ήταν και η «Nationalbank fur Deutschland» του Βερολίνου.
Ενα σημαντικό ποσοστό των δανείων καλυπτόταν από Ελληνες κεφαλαιούχους «είτε του εσωτερικού είτε του εξωτερικού». Πολλοί Ελληνες κεφαλαιούχοι θεωρούσαν ότι ήταν πολύ συμφερότερο να δανείζουν τη χώρα τους από τα χρηματιστήρια του εξωτερικού «ως αλλοδαποί», σύμφωνα με τους κανόνες της διεθνούς χρηματαγοράς. Αυτό ήταν προφανές γιατί ο Τρικούπης πρόσφερε προς τους αλλοδαπούς δανειστές εγγυήσεις πολύ πιο σημαντικές σε σύγκριση με τους ημεδαπούς.
Σύμφωνα με τον Βρετανό λόρδο Εδουάρδο Λω, που είχε σταλεί από την κυβέρνησή του στην Ελλάδα για να εξετάσει την οικονομική κατάσταση της χώρας (υπάρχει και αθηναϊκός δρόμος προς τιμήν του), στα χέρια Ελλήνων που ζούσαν εντός της πατρίδας τους βρίσκονταν ελληνικά χρεώγραφα του εξωτερικού, κατά το 1892, αξίας 60 έως 80 εκατομμυρίων χρυσών φράγκων. Σ’ αυτούς θα έπρεπε να προστεθούν τα χρεόγραφα που κατείχαν οι Ελληνες κάτοικοι εξωτερικού.
Σύμφωνα με Ελληνες συγγραφείς (Α. Ανδρεάδης, Ιστορία των εθνικών δανείων, Αθήνα, 1914), τα χρεόγραφα που κατείχαν Ελληνες αντιστοιχούσαν στο 15% του συνολικου ποσού των δανείων, ενώ κατ’ άλλους το ποσοστό αυτό κυμαινόταν μεταξύ 25% και 30%. Τα δάνεια του εξωτερικού συνέβαλαν τελικά στη διεύρυνση και όχι στην κάλυψη του ελλείμματος. Μόνο το 1892 η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους απορρόφησε 55 εκατομμύρια δραχμές. Το 1893 η εξυπηρέτηση του χρέους απορροφούσε το ένα τρίτο του εθνικού προϋπολογισμού.
Η ανεργία και η υποαπασχόληση ήταν πρόσφατα σημαντικά προβλήματα που άρχισε να επιλύονται με τη μετανάστευση.
Μεταξύ 1890 και 1914 περί τους 350.000 Ελληνες μετανάστευσαν κυρίως στις ΗΠΑ. Το μεταναστευτικό συνάλλαγμα από διάφορες χώρες του κόσμου έμελλε να παίξει τα επόμενα χρόνια σημαντικό θετικό ρόλο στο ελληνικό ισοζύγιο πληρωμών.
Τότε όμως τα πράγματα ήταν δραματικά. Το 1893, που θεωρήθηκαν το έτος της μεγάλης κρίσης, οι ελληνικές εισαγωγές ανέρχονταν στο ποσό των 119.306.000 φράγκων, ενώ οι εξαγωγές υπολείπονταν σημαντικά και μόλις έφθτναν τα 82.261.000 φράγκα.
Η πτώση της τιμής της σταφίδας ήταν καταστροφική για τις ελληνικές εξαγωγές, ενώ οι εξοπλισμοί που στόχευαν στην εθνική ολοκλήρωση απορροφούσαν μεγάλα χρηματικά ποσά.
Περί τα τέλη του 1893 ο Τρικούπης προσπάθησε πάλι να επανέλθει στη γνωστή τακτική του, δηλαδή της σύναψης νέου δανείου για την εξυπηρέτηση των παλιών. Ομως αυτή τη φορά στάθηκε αδύνατο. Στις 10 Δεκεμβρίου 1893 ο Χαρίλαος Τρικούπης από το βήμα της Βουλής εκστόμισε την παροιμιώδη φράση του: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Ο νόμος ΒΡ-ΣΤ/93 κήρυξε επίσημα το ελληνικό κράτος σε κατάσταση πτώχευσης όσον αφορά την αποπληρωμή των εξωτερικών δανείων.
Η απόφαση αυτή προκάλεσε σάλο μεταξύ των δανειστών στο Παρίσι, το Λονδίνο, το Βερολίνο που αποδοκίμασαν έντονα τον Τρικούπη και αξίωσαν «την επιβολή διεθνούς ελέγχου πάνω στις εισπράξεις των προσόδων του Δημοσίου».
Οι διπλωματικοί αντιπρόσωποι διαφόρων χωρών έκαναν διαβήματα διαμαρτυρίας προς την ελληνική κυβέρνηση. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των δανειστών και της κυβέρνησης Τρικούπη που δεν απέδωσαν, αλλά επανελήφθησαν μετά τη μεγάλη νίκη, στις εκλογές του 1895, του Δηλιγιάννη επί του Τρικούπη. Με την κυβέρνηση Δηλιγιάννη επιτεύχθηκε, έπειτα από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις, ένας συμβιβασμός, τον Φεβρουάριο του 1897.
Ατυχώς όμως ο ελληνοτουρκικός πόλεμος που ξέσπασε εκείνη τη χρονιά απέτρεψε την επίσημη επικύρωση της συμφωνίας.
Η δυσμενής έκβαση αυτού του πολέμου για την Ελλάδα έδωσε την ευκαιρία στους πιστωτές της χώρας μας να εκμεταλλευτούν την πολύ δύσκολη οικονομική και πολιτική κατάσταση που επακολούθησε την ελληνική ήττα και να επιβάλουν όρους πολύ πιο δυσμενείς στην ελληνική κυβέρνηση από εκείνους που είχαν αρχικά αποδεχτεί πριν από την έναρξη του πολέμου.
Η Ελλάδα υποχρεώθηκε ν’ αποδεχτεί ν’ αποζημιώσει την Τουρκία με το ποσό των 4 εκατομμυρίων τουρκικών λιρών, όπως επίσης και την αποδοχή της Επιτροπής Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου(3).
Αλλά υπήρξαν συγγραφείς που υποστήριξαν ότι ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 ήταν «σικέ» για να επιβληθεί ο διεθνής οικονομικός έλεγχος στην Ελλάδα. Η άποψη αυτή αντικρούστηκε από άλλους.
Την άποψη της «συμπαιγνίας» υποστήριξε «ένας δημοκρατικός βουλευτής» και υπουργός εκείνης της εποχής, ο Γ. Φιλαρέτος, που «είχε το θάρρος να καταγγείλει των ξένων την ατιμία και βαρβαρότητα και των Ελλήνων κομματαρχών και του μονάρχη την απάτη και προδοσία». Οι μυστικές εντολές της Αυλής ήταν παθητική άμυνα στα θεσσαλικά σύνορα και «διαδοχικές οπισθοχωρήσεις». Οι Ελληνες διοικητές των Σωμάτων απέφυγαν να ξετυλίξουν τις σημαίες στην πρώτη γραμμή του μετώπου, προφανώς για να μην εξάψουν το πολεμικό μένος των στρατιωτών(4).
Η ελληνοτουρκική σύγκρουση είχε αφορμή την εξέγερση στην Κρήτη και η ήττα των Ελλήνων εξαργυρώθηκε με την αποζημίωση που επιδικάστηκε στην Τουρκία (4 εκατ. λίρες ή 100 εκατ. δρχ.). Το ποσό αυτό το δάνεισαν οι κυρίαρχες δυνάμεις της εποχής και για εγγύηση επέβαλαν τον διεθνή οικονομικό έλεγχο στην Ελλάδα που ήταν «πρώτ’ απ’ όλα αγγλικός και που κράτησε ίσαμε το τέλος της αγγλοκρατίας στην Ελλάδα, δηλαδή μέχρι το 1947 οπότε και απονεκρώθηκε».
Εξάρτηση και κηδεμονία
Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 έγινε «για να δυναμώσει το καθεστώς της ξένης εξάρτησης και κηδεμονίας στην Ελλάδα και να παρουσιαστεί η ξένη κηδεμονία ιστορική αναγκαιότητα».
Ενας σύγχρονος εκείνης της εποχής, ο Αγγλος G. Perris, έγραψε ότι «ο πόλεμος του 1897 ήταν ψευτοπόλεμος» που στόχευε στο «να επιβληθεί ο διεθνής έλεγχος στα οικονομικά της Ελλάδας, πράγμα που δεν τολμούσε να δεχτεί ούτε ο βασιλιάς ούτε καμιά κυβέρνηση και Βουλή γιατί αποτελεί μείωση της ανεξαρτησίας του κράτους. Αλλωστε η οικονομική ανόρθωση της Ελλάδας ήταν αδύνατη χωρίς τον έλεγχο. Τι έπρεπε λοιπόν να γίνει; Οι κεφαλαιοκρατικοί παράγοντες ήταν τότε πανίσχυροι. Αυτοί διηύθυναν, όπως και τώρα, τον κόσμο. Επινοήθηκε λοιπόν ο πόλεμος ως μέσο επιβολής του ελέγχου» της Ελλάδας(5).
Οπως και τότε έτσι και σήμερα δημιουργήθηκε το κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα ώστε η Ελλάδα να υποχρεωθεί να ζητήσει την προστασία της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου με την ελπίδα των ξένων ότι έτσι θα μπορέσουν να διορθωθούν τα οικονομικά της στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης.
(1) Κ. Βεργόπουλος, Κράτος και Οικονομική Πολιτική στον 19ο αιώνα (Εξάντας), σ. 47.
(2) R. Clogg, Σύντομη Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, (Καρδαμίτσα), σ. 137.
(3) Βεργόπουλος, στο ίδιο, σ.σ. 141-144 -Clogg, στο ίδιο, σ. 140 – C.Μ. Woodhouse, Η ιστορία ενός λαού (Τουρίκης), σ. 220 -L.S. Stavrianos, The Balkans since 1453, Hurstand Company, σ.σ. 472-473.
(4) Γ. Φιλάρετος, Ξενοκρατία και βασιλεία εν Ελλάδι 1821-1897, Αθήναι 1897, σ.σ.321, 329 – Κ. Σιμόπουλος, Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια, σ.σ. 562-563.
(5) Ν. Ψυρούκης, Νεοελληνική Εξωτερική Πολιτική (Επικαιρότητα), σ.σ. 154-155 – G. Perris, The Eastern crisis of 1897 and the British policy in the Near East, London, 1897, σ. 227 – Γ. Κορδάτος, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, τόμ. Δ, σ. 595.
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=157353

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου