Η
βυζαντινή περίοδος της Ιστορίας της Κύπρου τερματίζεται με μια ακόμη
αποσχιστική ενέργεια, το 1185, και την κατάληψη του νησιού από το
Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο το βασιλιά της Αγγλίας, το 1191.
Το 1185
έφτασε στην Κύπρο ο Ισαάκιος Κομνηνός, γόνος της ίδιας οικογένειας των
Κομνηνών αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. Με πλαστά έγγραφα, κατέλαβε την
εξουσία ως κυβερνήτης του νησιού και μετά ανακήρυξε τον εαυτό του ως
ανεξάρτητο μονάρχη και ηγεμόνα της Κύπρου. Ο Ισαάκιος ήταν ανεψιός του
αυτοκράτορα Μανουήλ Α' Κομνηνού (1143-1180). Είχε διοριστεί το 1185
στρατιωτικός διοικητής της βυζαντινής πόλης Ταρσού της Κιλικίας (Μικρά
Ασία, απέναντι από την Κύπρο), όπου απέτυχε σε στρατιωτική επιχείρηση
κατά των Αρμενίων και πιάστηκε αιχμάλωτος. Με λύτρα που καταβλήθηκαν από
τους Κυπρίους, με τη συγκατάθεση του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Α' Κομνηνού
(1183-1185), αφέθηκε ελεύθερος. Αντί τότε να επιστρέψει στην
Κωνσταντινούπολη, όπως είχε διαταχτεί, ήρθε στην Κύπρο με μικρή δύναμη
μισθοφόρων που είχε στρατολογήσει και κατέλαβε την εξουσία στο
νησί. Το Βυζάντιο, αντιδρώντας στη στασιαστική ενέργεια του Ισαακίου,
έστειλε εναντίον του στρατιωτική δύναμη από 70 πλοία το 1186. Με βοήθεια
του Νορμανδικού στόλου από τη Σικελία, ο Ισαάκιος απέκρουσε το
βυζαντινό στράτευμα και σταθεροποίησε τη θέση του ως ανεξάρτητος
ηγεμόνας της Κύπρου. Όχι όμως για πολύ. Κυβέρνησε το νησί τυραννικά για
λίγα μόνο χρόνια, μέχρι το 1191. Ο άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος, που
βρισκόταν στη ζωή αυτή ακριβώς την περίοδο, σε ένα κείμενό του με
τίτλο "Περί των κατά την χώραν Κύπρου σκαιών", αφηγείται με δραματικό
τρόπο τα γεγονότα. Ο άγιος Νεόφυτος αναφέρει ότι αυτός "εκάκωσε την
χώραν", "διήρπασε τους βίους των πλουσίων", τυράννησε δε τους άρχοντες,
ακόμη και τους φίλους του, "ώστε πάντας εν αμηχανία διάγειν".